Λεξιλόγιο

627 λέξεις των μαθημάτων 16-50 όπως τις διδάσκει το Carpe: λημματικός τύπος, γένος, σημασία του βιβλίου και ένα γαντζάκι μνήμης.

Κείμενα & λεξιλόγιο Ι: μαθήματα 16-27

ΛέξηΤύποιΣημασίαΓαντζάκι
hostishostis, hostis κοινόεχθρός; αντίπαλοςhostis → hostile (εχθρικός). Το 2022 ζήτησαν την αφαιρετική πληθυντικού: hostes → hostibus.
pilumpilum, pili ουδ.ακόντιοΤο pilum ήταν το βαρύ ρωμαϊκό ακόντιο. Στο κείμενο: pila in hostes misērunt. Το pila είναι ουδέτερο πληθυντικό.
gladiusgladius, gladii αρσ.ξίφοςgladius → gladiator (ο «ξιφομάχος»). Η γλαδιόλα είναι το «μικρό σπαθί» (gladiolus), από το σχήμα των φύλλων της.
signumsignum, signi ουδ.σημαία; σημείο, σημάδιsignum → σινιάλο (στον επίσημο κατάλογο), sign, signal, signature: το «σημάδι» που κάνεις για να σε προσέξουν.
militārismilitāris, militāreστρατιωτικόςmilitaris ← miles (στρατιώτης): military, militia, μιλιταρισμός (στον επίσημο κατάλογο). Στο κείμενο 17: res militāris.
numerusnumerus, numeri αρσ.αριθμόςnumerus → νούμερο (μέσω ιταλικού numero), number, numeral, innumerable. Στον επίσημο κατάλογο των μαθημάτων 16 και 22.
gerogero, gessi, gestum, gerĕreδιεξάγω (bellum gero); μάχομαι (rem gero); διοικώgerere → belligerent (bellum + gerere), gesture. Και το γερούνδιο (gerundium) είναι «αυτό που διεξάγεται».
proproμπροστά; ως αντάλλαγμα, ως αντίτιμο; ως, σαν; για χάρη (κάποιου)pro bono = «για το κοινό καλό». Και pros and cons = pro et contra.
mittomitto, misi, missum, mittĕreστέλνω; ρίχνωmittere → mission, missile, permit, promise, message. Το «ρίχνω» το είδες στο κείμενο 16: pila in hostes misērunt.
tergumtergum, tergi ουδ.πλάτη, νώταterga vertere = γυρίζω την πλάτη. Από εδώ το tergiversation, η υπεκφυγή: «γυρίζω την πλάτη» στο θέμα.
equitātusequitātus, equitātūs αρσ.ιππικόequitatus ← eques ← equus (άλογο ≃ ἵππος). Το ιππικό είναι ο στρατός των ιππέων.
septuagintaseptuagintaεβδομήνταseptem (επτά) → septuaginta = 70, όπως ἑπτά → ἑβδομήκοντα. Οι Εβδομήκοντα (Septuaginta) λέγεται η αρχαία ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης.
cernocerno, crēvi, cretum, cernĕreδιακρίνω; κρίνω, αποφασίζωcerno ≃ κρίνω: ζεύγος του 2022 (cernitur – διάκριση). Στα αγγλικά discern, concern.
cohorscohors, cohortis θηλ.κοόρτηcohors → cohort (κοόρτη) και court (αυλή): αρχικά «περίφραγμα», μετά ομάδα στρατιωτών. Η λεγεώνα είχε 10 κοόρτεις.
currocurro, cucurri, cursum, currĕreτρέχωcurrere → cursor (ο «δρομέας» του ποντικιού), current, curriculum (CV = curriculum vitae, «το τρέξιμο της ζωής»), κούρσα, κούριερ.
appropinquoappropinquo, appropinquāvi, appropinquātum, appropinquāreπλησιάζωappropinquo = ad + propinquo, από το prope (κοντά): το ίδιο prope στα proximus και proximity.
vertoverto, verti, versum, vertĕreστρέφω; terga verto = στρέφω τα νώτα, το βάζω στα πόδιαvertere → version (βερσιόν), vertigo (βέρτιγκο), vice versa. Ο σύνθετος averto δίνει το aversus του κειμένου 18.
fugiofugio, fūgi, fugitum, fugĕreφεύγω; αποφεύγωfugio ≃ φεύγω: ζεύγος του 2022 (fugiunt – πρόσφυγας). Και refugee, fugitive, tempus fugit.
equeseques, equitis αρσ.ιππέαςeques ← equus (άλογο ≃ ἵππος): equestrian = ιππικός. Ο ιππέας «κάθεται» πάνω στο equus.
occurrooccurro, occurri (και occucurri), occursum, occurrĕreεπιτίθεμαι· (+ δοτ.) πηγαίνω να συναντήσωoccurro = ob + curro (τρέχω): occur στα αγγλικά. Παίρνει δοτική: eis equites occurrunt.
comprehendocomprehendo, comprehendi, comprehensum, comprehendĕreσυλλαμβάνωcum + prehendo (πιάνω): comprehend, comprehensive. Στο κείμενο 16: dux Arvernōrum vivus in fugā comprehenditur.
fiofio, factus sum, fieriγίνομαι; fit (απρόσ.) = συμβαίνειfio ≃ φύω, φύομαι (η φύση): «γίνομαι». Το fiat lux, «ας γίνει φως», είναι υποτακτική του fio.
caedescaedes, caedis θηλ.σφαγήcaedes ← caedo (κόβω): όπως το -cide στα homicide, genocide, suicide. Μην το μπερδεύεις με το cado (πέφτω).
princepsprinceps, principis αρσ.ηγεμόναςprinceps = primus + capio, «αυτός που παίρνει πρώτος»: πρίγκιπας, prince, principal.
armaarma, armōrum ουδ.όπλαarma → army, armadillo («ο θωρακισμένος»), άρματα και αρματολός. Το Arma virumque cano ανοίγει την Αινειάδα.
dedodedo, dedidi, deditum, dedĕreπαραδίδωdedo = de + do: «δίνω κάτω». Στο Β2 του Σεπτεμβρίου 2025 ζήτησαν dedit – δεδομένα (το do είναι το δίδωμι).
tradotrado, tradidi, traditum, tradĕreπαραδίδω; αναφέρωtradere → tradition, traitor (αυτός που «παραδίνει» τον φίλο του), extradition. Στο κείμενο 19: Gaius Sallustius tradit = ο Σαλλούστιος παραδίδει (αναφέρει).
prodūcoprodūco, produxi, productum, producĕreοδηγώ (μπροστά)pro + duco (οδηγώ): produce, product, production. Caesar iubet principes prodūci = να οδηγηθούν μπροστά οι αρχηγοί.
vivusvivus, viva, vivumζωντανόςvivus ← vivo (ζω): vivid, revive, survive. Στο κείμενο 16: dux Arvernōrum vivus in fugā comprehenditur.
legātuslegātus, legāti αρσ.διοικητής λεγεώνας; ύπαρχος; πρέσβης, απεσταλμένοςlegatus → legate, delegate (αντιπρόσωπος), legation. Postero die ad Caesarem legāti mittuntur: «την επόμενη μέρα στέλνονται πρέσβεις».
reliquusreliquus, reliqua, reliquumυπόλοιποςreliquus ← relinquo (αφήνω πίσω): relic, reliquiae. Στο 2026 Β2 ζήτησαν το ζεύγος reliquerat – ελλιπής.
referorefero, rettuli, relātum, referreπαραδίδω; αναφέρω; ανταποδίδωrefero = re + fero: «φέρνω πίσω» → refer (αναφέρω), relation. Signa militaria ad Caesarem referuntur.
proicioproicio, proiēci, proiectum, proicĕreρίχνω, πετάω, καταθέτωpro + iacio (ρίχνω): project, projectile, reject (re + iacio). Vercingetorix deditur, arma proiciuntur.
discēdodiscēdo, discessi, discessum, discedĕreαποχωρώ, σκορπίζομαι; φεύγωdiscedo = dis + cedo (πηγαίνω): πηγαίνω χωριστά. Από το cedo: recede, proceed, concede.
occīdooccīdo, occīdi, occīsum, occīdĕreσκοτώνωoccīdo = ob + caedo (κόβω): σκοτώνω. occĭdo = ob + cado (πέφτω): δύω. Η Δύση (occidens) είναι εκεί που «πέφτει» ο ήλιος.
fugafuga, fugae θηλ.φυγήfuga ≃ φυγή. Η μουσική φούγκα (fugue) «κυνηγιέται»: κάθε φωνή «φεύγει» και την ακολουθεί η επόμενη.
timortimor, timōris αρσ.φόβοςtimor → timid, intimidate. Ο φόβος «πιάνει» το στράτευμα, γιατί occupo = καταλαμβάνω.
pudorpudor, pudōris αρσ.ντροπήpudor ~ pudet (ντρέπομαι). Από εδώ το impudens = in + pudens, ο αναιδής (του 2025).
virtusvirtus, virtūtis θηλ.ανδρείαvirtus ← vir (άντρας): virtue, και ο βιρτουόζος. Η αρχική «αρετή» του Ρωμαίου είναι η ανδρεία.
voxvox, vōcis θηλ.λόγος; φωνή; διάδοσηvox ≃ ὄψ (ομηρική λέξη για τη φωνή): voice, vocal, vowel. Ex vocibus = από τα λόγια.
causacausa, causae θηλ.αιτίαcausa → cause, και το because (by + cause), excuse (ex + causa): «από την αιτία».
eoeoεκεί; τόσοeo (εκεί) ≠ eo, ire (πηγαίνω) ≠ eo = αφαιρετική του is: τρεις διαφορετικές λέξεις με τον ίδιο τύπο.
mercātormercātor, mercātōris αρσ.έμποροςmercator ~ merx (εμπόρευμα): merchant, commerce, ο Mercurius (θεός των εμπόρων).
commūniscommūnis, commūneκοινόςcommunis → common, commune, communicate. Ο κομμουνισμός (<< γαλλ.) είναι η κοινή ιδιοκτησία.
miserormiseror, miserātus sum, miserāriοικτείρω, κλαίω, θρηνώ; λυπάμαι (κάποιον)miseror ← miser (δυστυχισμένος): μιζέρια, μίζερος, misery. Cum familiaribus suis commune periculum miserabantur: θρηνούσαν μαζί με τους φίλους τους τον κοινό κίνδυνο.
nequeneque (nec)ούτεneque = nec = et non: «και όχι», ούτε. Neque id me sane paenitet = και δεν το μετανιώνω (κείμενο 27).
querorqueror, questus sum, queriπαραπονιέμαιqueror → querela (παράπονο), querulous (γκρινιάρης). Suum fatum querebantur: «θρηνούσαν τη μοίρα τους».
autautή; aut … aut = είτε … είτεaut … aut: το ένα ή το άλλο. Στο κείμενο 17 έχει δύο αποθετικά: aut suum fatum querebantur aut … miserabantur.
abdoabdo, abdidi, abditum, abdĕreκρύβωabdo = ab + do: «βάζω μακριά (από τα μάτια)». Τα σύνθετα του do με μονοσύλλαβο πρόθεμα (abdo, dedo, trado) κάνουν -didi.
tabernaculumtabernaculum, tabernaculi ουδ.σκηνήtabernaculum = υποκοριστικό του taberna: tabernacle (η «σκηνή»), και η ταβέρνα (στον επίσημο κατάλογο).
totustotus, tota, totumόλοςtotus → total, totalitarian. Totis castris: το castra είναι πληθυντικός, άρα totis (όχι totā).
aliusalius, alia, aliudάλλος (από πολλούς)alius → alibi (alius + ibi = «αλλού» = άλλοθι), alias, alien. Το alter είναι ο άλλος από δύο.
vultusvultus, vultūs αρσ.πρόσωποvultus = το πρόσωπο με την έκφρασή του. Vultum fingo, «πλάθω» πρόσωπο, δηλαδή προσποιούμαι (πρβ. fingo → figura).
nonnullinonnulli, nonnullae, nonnullaμερικοίnonnulli = non + nulli: η διπλή άρνηση δίνει θετικό, «κάποιοι». Στο κείμενο: nonnulli pudōre adducti remanēbant.
etiametiamεπιπλέον, ακόμη, ακόμη καιetiam = et + iam: «και ήδη» → ακόμη και. Non solum … verum etiam = όχι μόνο … αλλά και. Στο κείμενο 17: etiam ii, qui rei militāris perīti habebantur.
bosbos, bovis κοινόβόδιbos ≃ βοῦς. Ο Βόσπορος είναι ελληνικό «βοός πόρος», το πέρασμα του βοδιού. Και bovine = βοοειδές.
grexgrex, gregis αρσ.κοπάδιgrex → gregarious (αγελαίος), congregate, aggregate: όσοι μαζεύονται σε «κοπάδι».
pastorpastor, pastōris αρσ.βοσκόςpastor → πάστορας (ο «ποιμένας» των πιστών) και pastoral. Ο βοσκός έγινε ιερέας.
spēluncaspēlunca, spēluncae θηλ.σπηλιάspelunca ← σπήλυγγα (αιτιατική του σπήλυγξ). Ο spelunker στα αγγλικά είναι ο σπηλαιολόγος.
pergopergo, perrexi, perrectum, pergĕreκατευθύνομαι προςper + rego (κατευθύνω): «πηγαίνω ίσια μπροστά». Pergit ad proximam speluncam = κατευθύνεται προς τη διπλανή σπηλιά.
vestigiumvestigium, vestigii ουδ.ίχνος, αποτύπωμαvestigium → vestige (ίχνος). Τα vestigia boum, τα ίχνη των βοδιών, προδίδουν τον Κάκο.
propepropeκοντάprope → propinquus (κοντινός) → appropinquo (πλησιάζω, κείμενο 16): όλα από την ίδια ρίζα.
mugītusmugītus, mugītūs αρσ.μουγκρητόmugītus ≃ μουγκρητό· ηχοποιημένη λέξη, όπως και το mugio (μουγκρίζω).
fretusfretus, freta, fretumαυτός που έχει πεποίθηση, εμπιστοσύνηfretus + αφαιρετική = «στηριγμένος σε …». Παρόμοιο το confīdo (κείμενο 25), που παίρνει επίσης αφαιρετική.
amoveoamoveo, amōvi, amōtum, amovēreαπομακρύνωamoveo = a + moveo (κινώ). Από την ίδια ρίζα το motus: μοτίβο, μοτέρ, motion.
trahotraho, traxi, tractum, trahĕreτραβώtrahere → tractor, attract, extract. Στον επίσημο κατάλογο: (ex)traho → τρακτέρ.
addūcoaddūco, adduxi, adductum, adducĕreοδηγώ (κάπου, προς); παρακινώad + duco (οδηγώ): duco → conduct, educate, και ο δούκας (dux), ο «οδηγός».
prohibeoprohibeo, prohibui, prohibitum, prohibēreεμποδίζωprohibeo = pro + habeo (κρατώ): κρατώ μακριά. Στα αγγλικά prohibit, και η Prohibition (Ποτοαπαγόρευση).
sentiosentio, sensi, sensum, sentīreκαταλαβαίνω; πιστεύω, κρίνωsentire → sense, sentiment, consent. Αισθητικό ρήμα: παίρνει ειδικό απαρέμφατο (partem abesse sensit).
parspars, partis θηλ.μέρος; partes -ium πολιτική παράταξηpars → part, party, πάρτι, παρτίδα, πάρτη (ο εαυτός μου). Και pars pro toto: «το μέρος αντί για το όλο».
urbsurbs, urbis θηλ.πόληurbs → urban και suburb (sub + urbs = προάστιο). Στο Θέμα Γ1 του 2024: urbe → urbium.
absumabsum, afui, —, abesseαπουσιάζω; απέχωabsum = ab + sum: «είμαι μακριά». Από εδώ absent, absence. Το 2026: aberat → absens.
confundoconfundo, confūdi, confūsum, confundĕreσυγχέωcum + fundo (χύνω): confuse, confusion, και το κομφούζιο (στον επίσημο κατάλογο). Στο κείμενο 18: confūsus = μπερδεμένος.
fessusfessus, fessa, fessumκουρασμένοςfessus: ο Ηρακλής, κουρασμένος από τον δρόμο, αποκοιμήθηκε, και ο Κάκος βρήκε την ευκαιρία.
ubiubiπού; όπουubi (πού) → ubiquitous («παντού»), ubique, ibidem (ibid.).
quidamquidam, quaedam, quiddam (quoddam)κάποιοςquidam = qui + dam: το qui κλίνεται, το -dam μένει σταθερό (με αλλαγή m→n: quendam, quorundam).
consulconsul, consulis αρσ.ύπατοςconsul → consul (πρόξενος), consulate. Δύο ύπατοι κυβερνούσαν κάθε χρόνο: γι' αυτό λες «την εποχή των υπάτων».
alteralter, altera, alterumο άλλος, ο ένας (από δύο άτομα)alter ≃ ἕτερος. Alter ego = «ο άλλος εαυτός μου». Στα αγγλικά alternate, alternative.
genusgenus, generis ουδ.γένος, καταγωγήgenus ≃ γένος: gender, genre, general, generate. Στη γραμματική genus = αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο.
nobilisnobilis, nobileευγενής, αριστοκρατικόςnobilis ← (g)noscere, «γνωστός, επώνυμος»: noble, nobility, ignoble. Οι ευγενείς ήταν οι «γνωστοί».
pravuspravus, prava, pravumδιεστραμμένοςpravus → depraved. Στον επίσημο κατάλογο pravus → μπράβος (το υπουργείο το δέχεται· υπάρχει διχογνωμία).
improbusimprobus, improba, improbumαχρείοςimprobus = in + probus (έντιμος): ο «μη έντιμος». Στα αγγλικά probity = εντιμότητα.
coniūroconiūro, coniūrāvi, coniūrātum, coniūrāreσυνομωτώconiuro = cum + iuro (ορκίζομαι): ορκίζονται μαζί, δηλαδή συνωμοτούν. Οι coniurati είναι οι συνωμότες.
consequorconsequor, consecūtus sum, consĕquiακολουθώ; πετυχαίνωconsequor = cum + sequor: consequence. Στο κείμενο: ο Κατιλίνας «τον ακολούθησαν» μερικοί ονομαστοί, αλλά αχρείοι.
expelloexpello, expuli, expulsum, expellĕreδιώχνωex + pello (ωθώ): expel, expulsion. Στο Χάρι Πότερ το ξόρκι Expelliarmus = expellere + arma, «διώξε τα όπλα».
deprehendodeprehendo, deprehendi, deprehensum, deprehendĕreσυλλαμβάνω; πιάνω, ανακαλύπτωde + prehendo (πιάνω): comprehend, apprehend. Θυμήσου και το comprehendo του κειμένου 16 (comprehenditur).
strangulostrangulo, strangulāvi, strangulātum, strangulāreστραγγαλίζωΕλληνικής προέλευσης: στραγγαλάω → strangulo (δάνειο στα Λατινικά, σύμφωνα με το βιβλίο). Ζεύγος του 2024 στο Β2: στραγγαλίζω – strangulati.
interficiointerficio, interfēci, interfectum, interficĕreσκοτώνωinter + facio: «βγάζω από τη μέση». Σύνθετο του facio με πρόθεση, άρα κανονικό παθητικό: interficior, όχι fio.
sociussocius, socii αρσ.σύντροφοςsocius → social, society, associate, και ο σοσιαλισμός (στον επίσημο κατάλογο). Το 2024 Β2 ζήτησαν το ζεύγος socii – σοσιαλισμός.
vulnerovulnero, vulnerāvi, vulnerātum, vulnerāreτραυματίζω, πληγώνωvulnero ← vulnus (πληγή): vulnerable = ευάλωτος, «αυτός που μπορεί να πληγωθεί».
carcercarcer, carceris αρσ.φυλακήcarcer → incarcerate (φυλακίζω). In carcere strangulāti sunt: στη φυλακή τους στραγγάλισαν.
gravitergraviterβαριά; με σοβαρότητα, με κύροςgraviter ← gravis (βαρύς ≃ βαρύς): gravity, grave. Το επίρρημα της 3ης κλίσης παίρνει -ter.
autemautemδέ, πάλι, εξάλλουautem μπαίνει δεύτερο στην πρόταση: Ego autem = εγώ όμως. Μην το μπερδεύεις με το aut (ή).
cruentuscruentus, cruenta, cruentumφονικός, αιματηρόςcruentus ← cruor (αίμα) ≃ κρέας. Η cruentissima pugna = η πιο αιματηρή μάχη.
pugnapugna, pugnae θηλ.μάχηpugna → pugnacious (καυγατζής), και pugnus (γροθιά) → pugilist. Στον επίσημο κατάλογο: μπουνιά.
cadocado, cecĭdi, casum, cadĕreπέφτωcadere → case (casus = «πτώση», μετάφραση του ελληνικού πτώσις), accident, decay, cadence. Στον επίσημο κατάλογο: κάζο.
caedocaedo, cecīdi, caesum, caedĕreκόβωcaedere → caesura (τομή), homicide (ανθρωποκτονία), και η caedes (σφαγή, κείμενο 16) είναι από το ίδιο ρήμα.
imperiumimperium, imperii ουδ.εξουσίαimperium → imperial, empire. Από το imperare (διατάζω) βγαίνουν και ο imperator και ο ιμπεριαλισμός.
aetasaetas, aetātis θηλ.ηλικία; εποχήaetas ≃ αἰών (aevum): age, eternal. Η ηλικία είναι ο «αιώνας» κάποιου.
casuscasus, casūs αρσ.τυχαίο, απροσδόκητο γεγονός ή περιστατικό; casu = κατά τύχηcasus ← cado (πέφτω): ό,τι «πέφτει» τυχαία. Από εδώ το κάζο (στραπάτσο) και η πτώση (casus) της γραμματικής.
mirabilismirabilis, mirabileθαυμαστός, παράδοξος, περίεργοςmirabilis ← miror (θαυμάζω): mirabile dictu = «θαυμαστό να το πεις». Στα αγγλικά marvel, miracle.
exclūdoexclūdo, exclūsi, exclūsum, excludĕreκλείνω απέξω, διώχνωex + claudo (κλείνω): exclude, exclusive· και include, conclude, close. Exclūsus ab insidiatōribus Caligulae = αποκλεισμένος από τους δολοφόνους του Καλιγούλα· γι' αυτό αποσύρθηκε στο Ερμαίο.
insidiātorinsidiātor, insidiātōris αρσ.συνωμότης, δολοφόνοςinsidiator ← insidiae (ενέδρα, πληθ.): insidious = ύπουλος. Ο «ενεδρεύων». Caligulae είναι γενική αντικειμενική: οι δολοφόνοι του Καλιγούλα.
recēdorecēdo, recessi, recessum, recedĕreαποσύρομαιre + cedo: recede, recess (διάλειμμα), recession: η ύφεση είναι η «υποχώρηση» της οικονομίας.
diaetadiaeta, diaetae θηλ.(θερινή) κατοικίαdiaeta < αρχ. δίαιτα (το λέει το βιβλίο): η λατινική λέξη είναι δάνειο από τα Ελληνικά. Ο κατάλογος τη βάζει ζεύγος diaeta – δίαιτα.
solariumsolarium, solarii ουδ.λιακωτόsolarium ← sol (ήλιος ≃ ἥλιος). Το σολάριουμ είναι το «μέρος για ήλιο», το τεχνητό μαύρισμα.
vēlumvēlum, vēli ουδ.παραπέτασμα, κουρτίναvelum → βέλο (λεπτό ύφασμα) και βήλο. Inter vela praetenta foribus: ανάμεσα στις κουρτίνες που κρέμονταν στην πόρτα.
forisforis, foris θηλ.πόρταforis ≃ θύρα (fores, foras = έξω): foreign = ο «απ' έξω». Inter vela praetenta foribus.
discurrodiscurro, discurri (και discucurri), discursum, discurrĕreτρέχω εδώ κι εκείdis + curro (τρέχω): discourse = «τρέξιμο εδώ κι εκεί» του λόγου. Και η κούρσα και ο κούριερ (<< ιταλ./γαλλ.).
adgnoscoadgnosco, adgnōvi, adgnitum, adgnoscĕreαναγνωρίζωadgnosco = ad + (g)nosco: γνωρίζω. Συγγενές του cognosco ≃ γιγνώσκω: οι «αναγνώριση» και «γνώση». Eum latentem adgnōvit.
salūtosalūto, salūtāvi, salūtātum, salūtāreχαιρετίζω επίσημα; προσαγορεύωsalūto ← salus (υγεία): salute, salutation. Οι στρατιώτες «χαιρέτισαν» τον Κλαύδιο ως imperator, τον έκαναν αυτοκράτορα.
imperātorimperātor, imperātōris αρσ.στρατηγός; αυτοκράτοραςimperator ← impero (διατάζω): emperor, imperial, ιμπεριαλισμός. Ήταν πρώτα ο «αρχιστράτηγος» που τον φώναζαν οι στρατιώτες.
commilitocommilito, commilitōnis αρσ.συστρατιώτης, σύντροφοςcommilito = cum + miles: συστρατιώτης. Το miles δίνει και το militāris, τον μιλιταρισμό (στον επίσημο κατάλογο).
deferodefero, detuli, delātum, deferreμεταφέρωdefero = de + fero: ανώμαλο όπως το fero. Στα αγγλικά defer. Ab his in castra delātus est: τον μετέφεραν στο στρατόπεδο.
trepidustrepidus, trepida, trepidumέντρομος, περιδεήςtrepidus → trepidation (τρέμουλο, ανησυχία). Tristis et trepidus: λυπημένος και ταραγμένος, όπως θα ήταν ο Κλαύδιος.
quasiquasiσαν να; σαν; δήθεν; (σύνδ. παραβ.) σαν ναquasi = quam + si: «σαν αν». Στα αγγλικά quasi- (σχεδόν). Εμφανίζεται και στο κείμενο του 2026 (quasi unguium resecandōrum causā).
moriormorior, mortuus sum, moriπεθαίνωmorior → mortal, memento mori. Στον επίσημο κατάλογο (μάθ. 38): morior → ο μόρτης (ο μάγκας, ο αλήτης).
extrahoextraho, extraxi, extractum, extrahĕreβγάζω (τραβώντας), τραβάω έξω; παρατείνωex + traho: extract. Το τρακτέρ (official: (ex)traho) είναι το «τραβηχτικό» όχημα.
dumdumενώ, την ώρα που; μέχρι να; όσοdum spiro, spero = «όσο αναπνέω, ελπίζω». Στο κείμενο: dum obvia turba … miserātur, «ενώ το πλήθος τον λυπόταν».
posterusposterus, postera, posterumεπόμενοςposterus ← post (μετά): posterity = οι επόμενες γενιές, posterior. Postero die = την επόμενη μέρα.
duxdux, ducis κοινόαρχηγός, στρατηγόςdux (αρχηγός) → δούκας, duke, και Il Duce. Από το ducere (οδηγώ): conduct, educate.
dictātordictātor, dictātōris αρσ.δικτάτοραςdictator ← dicto (υπαγορεύω): αυτός που «υπαγορεύει». Στη Ρώμη ήταν προσωρινό αξίωμα, όχι τυραννία.
exiliumexilium, exilii ουδ.εξορίαexilium ← exul (εξόριστος): exile. Ο Κάμιλλος εξορίστηκε και ύστερα ανακλήθηκε για να σώσει τη Ρώμη.
factumfactum, facti ουδ.πράξηfactum ← facio: fact. Στον επίσημο κατάλογο (μάθ. 49): factum → ντεφάκτο, de facto = «εκ των πραγμάτων».
aurumaurum, auri ουδ.χρυσάφιaurum → Au (χημικό σύμβολο), aureole, και oro στα ιταλικά. Pisaurum < penso + aurum.
pecuniapecunia, pecuniae θηλ.χρήματαpecunia ← pecus (κοπάδι): το χρήμα βγήκε από τα ζώα! Pecuniary = χρηματικός, impecunious = άφραγκος.
sequorsequor, secūtus sum, sequiακολουθώsequi → sequel, sequence, consequence, second (secundus = ο «επόμενος»). Non sequitur = «δεν προκύπτει».
evertoeverto, everti, eversum, evertĕreκαταστρέφω εντελώςeverto = ex + verto: τα «γυρίζω ανάποδα» ώσπου να καταστραφούν. Στα αγγλικά subvert, subversive.
interimointerimo, interēmi, interemptum, interimĕreεξολοθρεύωinterimo = inter + emo («παίρνω»): παίρνω από τη μέση. Το emo (παλιά «παίρνω») δίνει και τα example, exempt, redeem.
appendoappendo, appendi, appensum, appendĕreζυγίζωad + pendo (ζυγίζω): append, appendix· και pension, spend, suspend. Ο χρυσός «ζυγιζόταν» για τα λύτρα.
pensopenso, pensāvi, pensātum, pensāreζυγίζωpenso (θαμ. του pendo). Ο Σέρβιος εξηγεί το Pisaurum ως penso + aurum: ο χρυσός που ζυγίστηκε.
aequusaequus, aequa, aequumίσος, δίκαιοςaequus → equal, equity, equator. Ο aequator είναι αυτός που χωρίζει τη γη σε «ίσα» μέρη.
diudiuπολύ χρόνο; για πολύ καιρόdiu ← dies (μέρα): κυριολεκτικά «στη διάρκεια της μέρας». Στα αγγλικά diurnal = ημερήσιος.
etsietsiαν καιetsi = et + si, «ακόμη κι αν». Εναντιωματικός σύνδεσμος με οριστική.
iamiamπια, κιόλας, ήδηiam = «ήδη, πια». Iam non = όχι πια, nondum = όχι ακόμα. Gallos iam abeuntes: τους Γαλάτες που ήδη έφευγαν.
rogorogo, rogāvi, rogātum, rogāreπαρακαλώ κάποιον; ρωτώ; ζητώ ναrogare → interrogate (inter + rogare), arrogant, prerogative. Rogātus = αυτός που τον «παρακάλεσαν» να γυρίσει.
praeterpraeterεκτόςpraeter ← prae, με συγκριτική κατάληξη: «πέρα από». Στα αγγλικά preternatural = υπερφυσικός.
imitorimitor, imitātus sum, imitāriμιμούμαιimitor → imitate, imitation· ιμιτασιόν = η απομίμηση (επίσημος κατάλογος, μάθ. 32). Imitēmur nostros Brutos!
senātussenātus, senātūs αρσ.Σύγκλητοςsenatus ← senex (γέροντας): senile, senior. Η Σύγκλητος ήταν το «συμβούλιο των γερόντων».
res publicares publica, rei publicaeπολιτεία, δημοκρατίαres publica = «το κοινό πράγμα» → republic, και οι ρεπουμπλικάνοι (το κόμμα των ΗΠΑ, στον επίσημο κατάλογο).
pareopareo, parui, paritum, parēreυπακούωpareo + δοτική, όπως τα servio, consulo, occurro. Η δοτική είναι συμπλήρωμα του ρήματος.
consuloconsulo, consului, consultum, consulĕreφροντίζωconsulo → consult, consultant. Με δοτική χαριστική = φροντίζω για κάποιον (και στο κείμενο 25: patriae consultūrum esse).
neglegoneglego, neglēxi, neglectum, neglegĕreαδιαφορώ γιαneglego = nec + lego («δεν μαζεύω, δεν προσέχω»): neglect, negligent, negligée.
servioservio, servīvi, servītum, servīreυπηρετώservio ← servus (δούλος): service, σερβίρω, σερβιτόρος (επίσημος κατάλογος).
fructusfructus, fructūs αρσ.καρπός, ωφέλεια, κέρδοςfructus → φρούτο, fruit, fructose. Τα φρούτα είναι ό,τι «απολαμβάνεις» από το δέντρο.
putoputo, putāvi, putātum, putāreνομίζω, θεωρώputo → computer (com + putare = «λογαριάζω μαζί») και reputation. Putēmus: προτρεπτική υποτακτική.
bonusbonus, bona, bonumκαλός; boni -ōrum = οι καλοί πολίτεςbonus → το μπόνους, η μπουνάτσα (η καλοκαιρία, από το bonus)· bonbon, benefit. Boni = οι «καλοί» πολίτες.
optimusoptimus, optima, optimumάριστοςoptimus → optimum, ο οπτιμισμός (αισιοδοξία, στον επίσημο κατάλογο)· Everton: Nil satis nisi optimum.
rectusrectus, recta, rectumσωστόςrectus → correct, direct, ορθογώνιο (rectangle). Id esse optimum putēmus, quod est rectissimum: ό,τι είναι το πιο σωστό.
sperospero, sperāvi, sperātum, sperāreελπίζωspero ← spes (ελπίδα): desperate = de + sperare, «χάνω την ελπίδα». Dum spiro, spero.
ferofero, tuli, lātum, ferreφέρνω; υπομένωfero ≃ φέρω: transfer, refer, differ, offer, confer. Στο κείμενο 22: ferāmus quod acciderit, «ας υπομένουμε ό,τι συμβεί».
fortisfortis, forteανδρείος, δυνατόςfortis → fort, fortify, comfort, effort· το φόρτε (δυνατό σημείο) και η μουσική forte. Η fortitudo είναι η ανδρεία.
mortālismortālis, mortāleθνητόςmortalis ← mors (θάνατος): mortal, immortal (in + mortalis = αθάνατος). Δες και το morior.
motusmotus, motūs αρσ.κίνησηmotus ← moveo (κινώ): motion, motor, motive, και το μοτίβο, το μοτέρ (στον επίσημο κατάλογο).
sempiternussempiternus, sempiterna, sempiternumαιώνιος; αθάνατοςsempiternus = semper («πάντα») + aeternus: sempiternal. Η δόξα της αρετής είναι sempiterna.
veroveroόμωςvero = αληθινά, πράγματι· σαν σύνδεσμος όμως: αντιθέτει δύο προτάσεις και μπαίνει δεύτερο.
aegrōtoaegrōto, aegrōtāvi, aegrōtātum, aegrōtāreείμαι άρρωστοςaegroto ← aeger (άρρωστος). Στα αγγλικά το aegrotat είναι η βεβαίωση ασθενείας στις εξετάσεις: «είναι άρρωστος».
marītusmarītus, marīti αρσ.σύζυγος (ο)maritus → marital (συζυγικός), marry. Η σύζυγος είναι uxor· ο σύζυγος marītus.
funusfunus, funeris ουδ.κηδείαfunus → funeral, funereal. Ουδέτερο της 3ης σε -us: funera (πληθυντικός).
ignōroignōro, ignōrāvi, ignōrātum, ignōrāreαγνοώignoro ≃ αγνοώ: ίδια ρίζα gno-/γνω- με το (ἄ)γνωστος και cognosco. Ignorant, ignore.
quin immoquin immoόχι μόνο αυτό αλλά (ακόμη); όχι μόνο αλλά καιquin immo = «μάλιστα, και μάλιστα». Μην το μπερδεύεις με το quin + υποτακτική (κείμενο 47), που είναι άλλο.
deindedeindeέπειταdeinde = de + inde: «από εκεί και μετά». Στο ίδιο μάθημα βρίσκεις και το tum (τότε) και το post (μετά).
simulsimulμαζίsimul → simultaneous (ταυτόχρονος): όσα γίνονται «μαζί». Ut simul imponerētur = να επιβιβαστεί μαζί (με τον άντρα της).
itaitaέτσι, τόσοita προϊδεάζει για συμπερασματική: funus ita parāvit, ut ignorarētur. Όπως και το tam.
ututνα; ώστε; για να; όταν, μόλις; πώς! (επιφωνηματικό)ut + υποτακτική: βουλητική (να), τελική (για να), συμπερασματική (ώστε). Ut + οριστική: όταν, μόλις (= ubi) ή επιφώνημα «πώς!». Ut ignorarētur a marīto.
benebeneκαλάbene → το μπόνους και η μπουνάτσα (η καλοκαιρία), στον επίσημο κατάλογο· benefit, benevolent: «το καλό».
cubiculumcubiculum, cubiculi ουδ.κρεβατοκάμαραcubiculum ← cubo (κείτομαι): cubicle, incubate. Στο ίδιο μάθημα: υπνοδωμάτιο του άντρα της Αρρίας.
introintro, intrāvi, intrātum, intrāreμπαίνωintro ← intra (μέσα) ≃ ἐντός: introduce, introvert. Cum illa intraverat: όποτε είχε μπει.
simulosimulo, simulāvi, simulātum, simulāreπροσποιούμαιsimulo ← similis (όμοιος): simulate, simulator. «Κάνω τον εαυτό μου όμοιο με …», προσποιούμαι.
cohibeocohibeo, cohibui, cohibitum, cohibēreσυγκρατώcohibeo = cum + habeo (κρατώ): inhibit, prohibit. Cohibitae: τα δάκρυα που τα κρατούσε πολύ.
prorumpoprorumpo, prorūpi, proruptum, prorumpĕreξεσπώpro + rumpo: erupt, rupture, bankrupt. Τα δάκρυα «σπάνε» προς τα έξω.
egredioregredior, egressus sum, egrĕdiβγαίνωe + gradior (βαδίζω): egress, gradual, grade. Το 2023: egrediebātur → egredi.
siccussiccus, sicca, siccumστεγνόςsiccus → σέκος (ξερός, άναυδος), desiccate· σέκος << ιταλ. secco. Με στεγνά μάτια: αφού είχε κλάψει μόνη της.
oculusoculus, oculi αρσ.μάτιoculus ≃ ὄσσε, ὄμμα: ocular, binoculars, και τα κιάλια (<< ιταλ. occhiali), στον επίσημο κατάλογο.
agoago, ēgi, actum, agĕreκάνω; οδηγώ (ἄγω)ago ≃ ἄγω: action, agent, agenda, αγωγή (agunt – αγωγή, Β2 2025), ακτιβισμός (επίσημος κατάλογος).
vivovivo, vixi, victum, vivĕreζωvivere → survive, vivid, revive, και το ισπανικό viva! («ζήτω»).
vincovinco, vici, victum, vincĕre(κατα)νικώVeni, vidi, vici = «ήρθα, είδα, νίκησα». Vincere → victory, convince, invincible, Vincent· και Βίκτωρ, Βικτωρία (στον επίσημο κατάλογο).
navisnavis, navis θηλ.πλοίοnavis ≃ ναῦς: ναυάγιο (ζεύγος 2023 Β2), navy, navigate, nautical. Και η ναυτιλία.
naviculanavicula, naviculae θηλ.πλοιάριοnavicula = navis + υποκοριστικό. Το 2023 Β2: ναυάγιο ↔ naviculam (Non impetrāvit: conduxit piscatoriam naviculam).
ascendoascendo, ascendi, ascensum, ascendĕreανεβαίνωascendo → ascend, ascension, ασανσέρ (<< γαλλ. ascenseur, στον επίσημο κατάλογο). Η ανάβαση είναι το αντίθετο του descendo.
orooro, orāvi, orātum, orāreπαρακαλώorare → oral, orator, oracle, adore. Το oro είναι το «μιλώ» (προσευχόμενος ή παρακαλώντας).
impōnoimpōno, imposui, impositum, imponĕreεπιβάλλω; βάζω επάνω; επιβιβάζωin + pono: impose, imposing. Ut simul imponerētur: να την επιβιβάσουν (στο πλοίο) μαζί με τον άντρα της.
impetroimpetro, impetrāvi, impetrātum, impetrāreκατορθώνω κάτιimpetro = in + patro («επιτελώ»): κατορθώνω αυτό που ζήτησα. Το 2023: impetravit → impetrabunt.
condūcocondūco, conduxi, conductum, conducĕreνοικιάζωcum + duco: conduct, conductor. «Φέρνω κάτι κοντά μου με συμφωνία», νοικιάζω. Το 2023: conduxit → conducent.
piscatoriuspiscatorius, piscatoria, piscatoriumψαράδικοςpiscatorius ← piscis (ψάρι): πισίνα (<< βεν., κυρίως «ιχθυοτροφείο»), στον επίσημο κατάλογο· Pisces = Ιχθύες.
quisquis, quidποιος; τιquis ≃ τίς, quid ≃ τί (ίδια ρίζα). Το quid pro quo είναι «κάτι αντί για κάτι».
tuustuus, tua, tuumδικός σουtuus = ο δικός σου. Μην το μπερδεύεις με το suus (δικός του/της/τους), που αναφέρεται στο υποκείμενο της πρότασης.
faciofacio, fēci, factum, facĕreκάνω; εκτιμώ, υπολογίζωfacere → factory, fact, effect, perfect, sacrifice (sacrum + facere = «κάνω ιερό»).
accipioaccipio, accēpi, acceptum, accipĕre(υπο)δέχομαι; μαθαίνωaccipio = ad + capio: accept, acceptable. Στο κείμενο: Accipe nunc = «μάθε τώρα».
volovolo, volui, —, velleθέλωvelle → voluntary, volunteer (ο εθελοντής «θέλει»), benevolent (bene + velle).
cognoscocognosco, cognōvi, cognitum, cognoscĕreγνωρίζωcognosco ≃ γιγνώσκω: ζεύγη εξετάσεων cognosco – απόγνωση (2025) και cognoscantur – άγνωστος (2022).
credocredo, credidi, creditum, credĕreπιστεύωcredere → credit, credible, creed. Το credit card είναι «κάρτα εμπιστοσύνης». Credo = «πιστεύω».
ancillaancilla, ancillae θηλ.υπηρέτριαancilla → ancillary (βοηθητικός, δευτερεύων). Το 2025 Δ1α: ancillae = έμμεσο αντικείμενο του credidi.
ianuaianua, ianuae θηλ.πόρταianua → Ιανουάριος (ο μήνας του Ιανού, θεού των θυρών) και janitor (θυρωρός).
ostiumostium, ostii ουδ.πόρταostium ← os (στόμα): η είσοδος είναι το «στόμα» του σπιτιού. Και το στόμιο ενός ποταμού λέγεται έτσι.
scioscio, scīvi, scītum, scīreγνωρίζω, μαθαίνωscire → science, conscience, omniscient. Το nice είναι από nescius («αυτός που δεν ξέρει»)!
quaeroquaero, quaesīvi, quaesītum, quaerĕreζητώ, ρωτώquaerere → question, query, inquire, acquire. Δες και το 2025 Δ2α: Quid? … ερωτήσεις.
aperteaperteανοικτάaperte ← apertus (ανοιχτός) ← aperio. Το aperitif είναι το ποτό που «ανοίγει» την όρεξη.
exclāmoexclāmo, exclāmāvi, exclāmātum, exclāmāreαναφωνώex + clamo: exclaim, exclamation. Αναφωνώ = φωνάζω δυνατά.
impudensimpudens, impudentisαναιδήςimpudens = in + pudens («που δεν ντρέπεται»)· pudor. Στα αγγλικά impudent.
indignorindignor, indignātus sum, indignāriαγανακτώindignor ← indignus (in + dignus = «ανάξιος»): indignant, indignation. Αγανακτώ γιατί κάτι είναι ανάξιο.
mentiormentior, mentītus sum, mentīriλέω ψέματαmentior μοιάζει με παθητικό αλλά είναι ενεργητικό («λέω ψέματα»). Στο 2025 ζήτησαν να βρεις τρία αποθετικά.
iussuiussuμε διαταγή (κάποιου)iussu: στερεότυπη αφαιρετική του αιτίου, όπως τα iniussu, rogātu + γενική. Χρησιμοποιείται μόνο στην αφαιρετική του ενικού.
nuncnuncτώραnunc ≃ νῦν. Nunc est bibendum («τώρα πρέπει να πιούμε», Οράτιος).
tamtamτόσοtam … quam: τόσο … όσο. Το tam προϊδεάζει για συμπερασματική με ut (tam … ut) ή για αναφορική συμπερασματική (tam stultus, qui non videat).
paterpater, patris αρσ.πατέρας; patres conscripti οι Συγκλητικοί; πατρίκιοιpater ≃ πατήρ: patriot, paternal, Pater noster. Patres conscripti: οι συγκλητικοί, «οι πατέρες».
tertiustertius, tertia, tertiumτρίτοςtertius ≃ τρίτος: tertiary, tercet. Στο κείμενο: tertium bellum Punicum.
nolonolo, nolui, —, nolleδε θέλω, αρνούμαιnolo = ne + volo: «δεν θέλω». Nolens volens = «θες δεν θες».
statimstatimαμέσωςstatim = «επί τόπου» (από το sto, στέκομαι): αμέσως, χωρίς να κουνηθείς. Στο κείμενο 27 το βιβλίο το δίνει «απ' την αρχή»: quae gignuntur statim viēta.
anteanteπρο, πριν; (επίρρ.) προηγουμένωςante → a.m. (ante meridiem), antebellum, anterior. Το «πριν πόσο χρόνο» εκφράζεται με ante + αιτιατική.
ficusficus, fici θηλ.σύκο; συκιάficus → fig (σύκο στα αγγλικά). Ο Κάτων έφερε στη Σύγκλητο ένα πρώιμο σύκο από την Καρχηδόνα.
itaqueitaqueεπομένως, λοιπόνitaque = ita + que: «και έτσι». Συμπερασματικός σύνδεσμος.
atquiatquiκι όμωςatqui = at + qui: «ωστόσο». Ο Κάτων αντιτάσσεται: «Κι όμως, πριν από τρεις μέρες …».
curiacuria, curiae θηλ.το κτίριο της Συγκλήτου, το Βουλευτήριοcuria → η Κουρία (παπική), curial. Η ρωμαϊκή Curia ήταν το κτίριο της Συγκλήτου.
murusmurus, muri αρσ.τοίχος, τείχος; συνήθ. muri -ōrum = τείχηmurus → mural (τοιχογραφία), και το μουράγιο (από το ενετικό muraio): το προστατευτικό τείχος του λιμανιού.
decerpodecerpo, decerpsi, decerptum, decerpĕreκόβωdecerpo = de + carpo («κόβω, μαζεύω»). Από το carpo το carpe diem: «κόψε τη μέρα» — το όνομα της εφαρμογής σου!
arborarbor, arboris θηλ.δένδροarbor → arboretum (δενδροκήπιο), Arbor Day· και το άλμπουρο (ο ιστός του πλοίου), στον επίσημο κατάλογο.
caveocaveo, cavi, cautum, cavēreπροσέχω, φυλάγομαιcaveo → caution, cave! («πρόσεχε»), caveat emptor («ο αγοραστής ας προσέχει»).
tutortutor, tutātus sum, tutāriπροστατεύωtutor → tutor (ο προστάτης-δάσκαλος), tutelage (κηδεμονία).
confīdoconfīdo, confīsus sum, confidĕreεμπιστεύομαι, έχω εμπιστοσύνη, στηρίζομαιconfido = cum + fido: confide, confidence, confidential. Παίρνει αφαιρετική του μέσου: opibus confidere.
sisiανSi vis pacem, para bellum = «αν θέλεις ειρήνη, ετοιμάσου για πόλεμο». Το si ανοίγει την υπόθεση του υποθετικού λόγου.
meminimemini, meminisseθυμάμαιmemini ≃ μέμνημαι: memory, memento mori, μνήμη. Mementōte rem publicam … = «θυμηθείτε ότι η πολιτεία …».
extrēmusextrēmus, extrēma, extrēmumέσχατοςextremus → extreme, εξτρεμισμός (<< γαλλ., στον επίσημο κατάλογο). Εξτρέμ = στα άκρα.
discrīmendiscrīmen, discrīminis ουδ.κίνδυνοςdiscrimen ← discerno (διακρίνω, ≃ κρίνω): η στιγμή της κρίσης. Η κρίση και ο κίνδυνος στην ίδια λέξη!
amīcusamīcus, amīci αρσ.φίλοςamicus ← amo (αγαπώ): amicable, και το ισπανικό amigo. Ο φίλος είναι αυτός που αγαπάς.
scriboscribo, scripsi, scriptum, scribĕreγράφωscribere → describe, script, scribble. Και το P.S. = post scriptum, «γραμμένο μετά».
longuslongus, longa, longumμακρύς, μακρόχρονοςlongus → long, longitude (γεωγραφικό μήκος), elongate. Longiōre vitā = με πιο μακρά ζωή.
vitavita, vitae θηλ.ζωήvita → vital, βιταμίνη (vita + amine = «αμίνη της ζωής»). Και CV = curriculum vitae.
nihilnihilτίποταnihil → nihilism, annihilate (ad + nihil = «κάνω τίποτα»), ex nihilo. Το nihil = ne + hilum («ούτε ίχνος»).
quamquamπόσο!; όσο γίνεται πιο; παρά, από; το λόγοquam έχει τρεις χρήσεις: επιφώνημα + οριστική, β΄ όρος σύγκρισης (amabilior quam Porcia), και quam + υπερθετικό = «όσο γίνεται».
festīvusfestīvus, festīva, festīvumπρόσχαροςfestivus → festive, και το φεστιβάλ (<< γαλλ., στον επίσημο κατάλογο): η γιορτή.
amabilisamabilis, amabileαξιαγάπητοςamabilis ← amo: amiable, amicable. Αξιαγάπητος = που αξίζει να τον αγαπάς.
dignusdignus, digna, dignumάξιοςdignus → dignity, dignified· και το indignor (in + dignus) του κειμένου 24: αγανακτώ γιατί κάτι είναι ανάξιο.
anīlisanīlis, anīleγεροντικόςanilis ← anus (γριά, ηλικιωμένη): «γριακίστικος». Αντίθετος με το puellāris (κοριτσίστικος) στην ίδια πρόταση.
gravitasgravitas, gravitātis θηλ.σεμνότητα, σοβαρότηταgravitas ← gravis (βαρύς ≃ βαρύς): gravity, gravitation. Η σοβαρότητα είναι το «βάρος» του χαρακτήρα.
prudentiaprudentia, prudentiae θηλ.φρόνηση, σύνεσηprudentia ← pro-videntia (pro + video, «βλέπω μπροστά»): prudence, provident. Ο φρόνιμος προβλέπει.
cervīcescervīces, cervīcum θηλ.τράχηλος, λαιμόςcervix → cervical, και ο αυχένας (cervical spine). Πληθυντικός της 3ης κλίσης.
inhaereoinhaereo, inhaesi, inhaesum, inhaerēreπροσκολλιέμαι, κρεμιέμαι απόin + haereo («κολλώ»): inhere, inherent, adhesive. Ut illa patris cervicibus inhaerēbat!
complectorcomplector, complexus sum, complectiαγκαλιάζωcomplector = cum + plecto («πλέκω»): complex, complicate. Αγκαλιάζω = «πλέκομαι» με κάποιον.
diligodiligo, dilexi, dilectum, diligĕreαγαπώdiligo = dis + lego («ξεχωρίζω, διαλέγω»): diligent. Αγαπώ = «διαλέγω».
lectitolectito, lectitāvi, lectitātum, lectitāreδιαβάζω συχνά (με προθυμία, με προσοχή)lectito (θαμιστικό του lego): όπως scriptito ↔ scribo. Τα -ito ρήματα δηλώνουν συχνή επανάληψη.
studiōsestudiōseμε επιμέλειαstudiose ← studium (ζήλος): study, και το στούντιο (στον επίσημο κατάλογο), ο χώρος όπου «μελετάς» κάτι.
patientiapatientia, patientiae θηλ.υπομονήpatientia ← patiens (pati, «υπομένω»): patient, και η πασιέντσα (το παιχνίδι υπομονής, στον επίσημο κατάλογο).
constantiaconstantia, constantiae θηλ.εγκαρτέρηση, σταθερότηταconstantia ← constans (σταθερός): constant, και το όνομα Κωνσταντίνος (στον επίσημο κατάλογο): «ο σταθερός».
valetūdovaletūdo, valetūdinis θηλ.κατάσταση υγείαςvaletudo ← valeo (είμαι δυνατός): valid, invalid, valedictory. Ο invalid είναι αυτός που «δεν ισχύει».
videorvideor, visus sum, vidēriφαίνομαι, (μου) φαίνεταιvideor είναι το παθητικό του video αλλά σημαίνει «φαίνομαι»: vision, visible, και το video. Δες το sibi videtur: «του φαίνεται».
nascornascor, natus sum, nasciγεννιέμαιnasci → nature, nation, native, Renaissance (re + nasci = Αναγέννηση), cognate. Quae dura et acerba nascuntur.
gignogigno, genui, genitum, gignĕreγεννώgigno ≃ γίγνομαι, γεννώ: genesis, genital, generate, gene. Όλα από τη ρίζα gen-.
legolego, lēgi, lectum, legĕreδιαβάζω; μαζεύω, βγάζωlegere → lecture, legend, lesson, college, elect, intellect. Η lectio είναι «αυτό που διαβάζεται».
minorminor, minusμικρότερος στην ηλικίαminor → μίνι και μινόρε (στον επίσημο κατάλογο), minus, minimum. Μινόρε = η ελάσσων κλίμακα στη μουσική.
matūrusmatūrus, matūra, matūrumώριμοςmaturus → mature, premature· ο ώριμος καρπός. Πρώιμο = praecox, ώριμο = maturus.
multummultumπολύmultum → multi-, multiply. Στο Θέμα Γ1 του 2024: multi → τους τρεις βαθμούς του επιρρήματος.
foreforeαπαρ. μέλλ. του sumfore = futūrum esse. Γι' αυτό σημαίνει «ότι θα είναι». Στο 2024 ζήτησαν το απαρέμφατο ενεστώτα του fore: esse.
mollismollis, molleμαλακός; επιεικήςmollis ≃ μαλακός (ίδια ρίζα): mollify, emollient. Ζεύγος: dura – mollia, σκληρά και μαλακά.
paenitetpaenitet, paenituit, —, paenitēreμετανοιώνωpaenitet → penitent, penitence, repent. Neque id me sane paenitet: «και δεν το μετανιώνω».
tragoediatragoedia, tragoediae θηλ.τραγωδίαtragoedia ← τραγῳδία: δάνειο από τα Ελληνικά (το λέει το βιβλίο). Στα αγγλικά tragedy, tragic.
sonōrussonōrus, sonōra, sonōrumηχηρόςsonorus ← sonus (ήχος): σονάτα, σονέτο (στον επίσημο κατάλογο), sonic, resonance.
durusdurus, dura, durumσκληρός, τραχύς, δύσκαμπτοςdurus → ντούρος (<< ιταλ. duro, ο «σκληρός», στον επίσημο κατάλογο), durable, endure. Duriōra = κάπως τραχιά.
acerbusacerbus, acerba, acerbumδυσάρεστος στη γεύση, πικρός, άγουροςacerbus ← acer (οξύς, κοφτερός): acerbic = δηκτικός. Ο άγουρος καρπός «τσούζει» στη γεύση.
mitismitis, miteγινωμένος, γλυκόςmitis: ήπιος, ώριμος. Mitigate = mitem + agere, «κάνω ήπιο, καταπραΰνω».
puterputer, putris, putreσάπιοςputer → putrid, putrefy, putrefaction: όλα σχετικά με το σάπισμα. Στο κείμενο: non matūra sed putria.
pomumpomum, pomi ουδ.καρπός, οπώραpomum → το πόμολο (<< ιταλ. pomolo, από το σχήμα), pomegranate, Pomona. Το πόμολο της πόρτας μοιάζει με μήλο!
aioaioλέγωaio ≃ ἠμί, ἦν («λέγω»), λέει το βιβλίο. Ait = λέει· aiunt = λένε. Ελλειπτικό: έχει μόνο ορισμένους τύπους.

Ρήμα Ι: αρχικοί χρόνοι, οριστική, παθητική, αποθετικά, υποτακτική, προστακτική

ΛέξηΤύποιΣημασίαΓαντζάκι
amoamo, amāvi, amātum, amāreαγαπώamo → amateur: ο ερασιτέχνης είναι κυριολεκτικά αυτός που «αγαπά» αυτό που κάνει.
deleodeleo, delēvi, delētum, delēreκαταστρέφω, εξολοθρεύω; σκοτώνωdeleo → delete: το πλήκτρο Delete «καταστρέφει» (delere, deletum).
audioaudio, audīvi, audītum, audīreακούω, πληροφορούμαιaudio = «ακούω»: audio (ήχος), auditorium (αίθουσα ακροατηρίου), audience (ακροατήριο).
capiocapio, cēpi, captum, capĕreπιάνω; συλλαμβάνωcapio → capture, concept, recipe: το «recipe» είναι κυριολεκτικά «πάρε!» (recipe).
cogitocogito, cogitāvi, cogitātum, cogitāreσκέπτομαι, αναλογίζομαιCogito, ergo sum = «σκέφτομαι, άρα υπάρχω» (Ντεκάρτ)· cogito ← co + agito.
dissimulodissimulo, dissimulāvi, dissimulātum, dissimulāreπροσποιούμαι ότι δεν…dissimulo → dissimulate/dissimulation: κάνεις πως ΔΕΝ βλέπεις (simulo = προσποιούμαι).
oppugnooppugno, oppugnāvi, oppugnātum, oppugnāreπολιορκώoppugno = ob + pugno· pugna → μπουνιά (επίσημος κατάλογος).
habeohabeo, habui, habitum, habēreέχω; θεωρώhabeo → habit, habitat, inhabit· Habeas corpus = «να έχεις το σώμα».
iaceoiaceo, iacui, iacitum, iacēreκείμαι, βρίσκομαιHic iacet = «εδώ κείται», η επιγραφή σε τάφους.
aloalo, alui, alitum, alĕre(εκ)τρέφωalo → alma mater (η «τροφός» μητέρα), alimentary. Παν. 2024: aluerunt.
colocolo, colui, cultum, colĕreκαλλιεργώ, λατρεύω; κατοικώ; σέβομαιcolo → culture, cult, agriculture· κουλτούρα (επίσημος κατάλογος).
propōnopropōno, proposui, propositum, proponĕreβάζω μπροστά μου (ως παράδειγμα)propono → propose, proposition: «βάζω μπροστά».
possumpossum, potui, —, posseμπορώpossum = potis + sum → possible, potent, potential. Παν. 2022: possit → potuisset.
malomalo, malui, —, malleπροτιμώmalo = magis volo, «θέλω περισσότερο»· εξ ου mavis, mavult.
dicodico, dixi, dictum, dicĕreλέγω; -pro aliquo = μιλάω υπέρ, υποστηρίζω κάποιονdico → dictate, dictator, verdict, dictionary: όλα «λέγονται».
premopremo, pressi, pressum, premĕreπιέζω; καταβάλλωpremo → press, impress, express· η πρέσα (Β2 2025, επίσημος κατάλογος).
iubeoiubeo, iussi, iussum, iubēreδιατάζωΣαν το rideo, risi και το augeo, auxi: β΄ συζυγία με παρακείμενο σε -si.
intellegointellego, intellēxi, intellectum, intellegĕreκαταλαβαίνωintellego = inter + lego, «διαλέγω ανάμεσα» → intelligence, intellect.
videovideo, vīdi, visum, vidēreβλέπωvideo = βίντεο· ≃ εἶδον· «Veni, vidi, vici».
veniovenio, vēni, ventum, venīreέρχομαιvenio → event, advent, avenue· «Veni, vidi, vici» = ήρθα, είδα, νίκησα.
perveniopervĕnio, pervēni, perventum, pervenīreφθάνωpervenio = per + venio, «έρχομαι μέχρι το τέλος», φτάνω.
recipiorecipio, recēpi, receptum, recipĕreπαίρνω πίσωrecipio → receive, recipe (= «πάρε!», προστακτική του recipio).
abicioabicio, abiēci, abiectum, abicĕreπετάω κάτι μακριά; καταθέτω (τα όπλα)abicio = ab + iacio· reject, eject, project. «Alea iacta est» = ο κύβος ερρίφθη.
exigoexigo, exēgi, exactum, exigĕreεισπράττω; απαιτώexigo = ex + ago· exact, exigent. Παν. 2026: exigeret → exegimus.
relinquorelinquo, relīqui, relictum, relinquĕreαφήνωrelinquo → relic, relinquish· ≃ λείπω· reliquerat–ελλιπής (Β2 2026).
succurrosuccurro, succurri, succursum, succurrĕre(γ΄ πρόσ. + δοτ.) μου έρχεται κάτι στο μυαλόsuccurro → succour· κούρσα, κούριερ (επίσημος κατάλογος). Επαναληπτική 2023: succurrit.
offerooffero, obtuli, oblātum, offerreφέρνω κάτι (σε κάποιον)offero → offer (ob + fero). Παν. 2025: obtulisses.
conferoconfero, contuli, collātum, conferreσυγκεντρώνωconfero → conference (con + fero). Παν. 2026: conferto.
avertoaverto, averti, aversum, avertĕreβγάζω κάποιον από το δρόμο τουaverto → avert, aversion (η απέχθεια). Παν. 2025: avertunt.
sumsum, fui, —, esseείμαιsum ≃ εἰμί· present = prae + sum· absent, essence, interest.
redeoredeo, redii, reditum, redīreεπιστρέφωredeo = re + eo: επιστρέφω· «reditus» = η επιστροφή. Παν. 2020, 2023: redeuntis.
loquorloquor, locūtus sum, loquiμιλώloquor → eloquent, soliloquy· ο ventriloquist (venter + loqui) «μιλά από την κοιλιά».
elāborelābor, elapsus sum, elābi(ξε)γλυστρώelabor → elapse: ο χρόνος «γλιστράει» και περνά. Παν. 2026: elapso.
fateorfateor, fassus sum, fatēriομολογώfateor → confess (confiteor), profess. Παν. 2024: fateatur.
mirormiror, mirātus sum, mirāriθαυμάζωmiror → miracle, admire. Παν. 2022: mirati sunt.
moliormolior, molītus sum, molīriμηχανεύομαι, σχεδιάζωmolior → demolish (de + molior: «γκρεμίζω»). Παν. 2026: molientem.
patiorpatior, passus sum, patiανέχομαι; υπομένωpatior → patient, passion, passive· πασιέντσα (επίσημος κατάλογος).
utorutor, usus sum, utiχρησιμοποιώutor → use, utility, utensil. Παν. 2022, 2025: uteretur, utitur.
praecipiopraecipio, praecēpi, praeceptum, praecipĕreκαθοδηγώpraecipio → precept (η εντολή), preceptor· prae + capio.
suscipiosuscipio, suscēpi, susceptum, suscipĕreπαραλαμβάνω, δέχομαιsuscipio → susceptible (δεκτικός)· sus(ub) + capio.
efficioefficio, effēci, effectum, efficĕreκατορθώνω; δημιουργώefficio → effect, efficient: ex + facio, η «επίδραση».
perficioperficio, perfēci, perfectum, perficĕreκατορθώνωperficio → perfect: per + facio, «τελειώνω» → τέλειος.
reficioreficio, refēci, refectum, reficĕreαναψύχω, ξεκουράζωreficio → refectory: η τραπεζαρία που «σε ξαναφτιάχνει».
obicioobicio, obiēci, obiectum, obicĕreρίχνω; μέμφομαι για; προβάλλω αντίρρησηobicio → object, objection: ob + iacio, «ρίχνω μπροστά».
afferoaffero, attuli, allātum, afferreφέρνω; προσφέρωaffero: Παν. 2022 attulissent → allatum (ad + latum).
condocondo, condidi, conditum, condĕreκτίζωab urbe condita = «από την ίδρυση της πόλης»: το condita είναι μετοχή του condo.
perdoperdo, perdidi, perditum, perdĕreχάνωperdo → perdition (η απώλεια)· «Oleum et operam perdidi».
reddoreddo, reddidi, redditum, reddĕreκαθιστώ, κάνω; επιστρέφω (κάτι)reddo → render, rent: re + do, «δίνω πίσω».
vendovendo, vendidi, venditum, vendĕreπουλώvendo → vendor, vending machine: ο «πωλητής».
accidoaccĭdo, accĭdi, —, accidĕreπέφτω κάτω; accĭdit = συμβαίνειaccidit → accident: «αυτό που πέφτει πάνω σου».
stosto, steti, statum, stāreστέκομαι, υπάρχωsto ≃ ἵστημι· status, station, statue, stable. Παν. 2023: standi.
abeoabeo, abii, abitum, abīreφεύγωabeo = ab + eo· «Abi!» = «φύγε!».
adeoadeo, adii, aditum, adīreπλησιάζωadeo = ad + eo, «πάω προς». Παν. 2022: adire → adeundo.
pereopereo, perii, peritum, perīreχάνομαι, πεθαίνωpereo = per + eo, «πηγαίνω ως το τέλος», χάνομαι.
exeoexeo, exii, exitum, exīreβγαίνωexeo → exit: το «Exit» στην πόρτα είναι ρήμα, «βγαίνει»!
adsumadsum, adfui, —, adesseείμαι παρών; έρχομαι«Adsum!» = «παρών!» στο προσκλητήριο.
praesumpraesum, praefui, —, praeesseπροΐσταμαι, έχω την αρχηγίαpraesum = prae + sum: «είμαι επικεφαλής». Στο κείμενο: exercitui praefuit.
soleosoleo, solitus sum, solēreσυνηθίζωsoleo → insolent: ο «ασυνήθιστος» τρόπος (in + solens).
proeliorproelior, proeliātus sum, proeliāriπολεμώproelior ← proelium (η μάχη)· μάχομαι.
vereorvereor, veritus sum, verēriφοβάμαιvereor → reverence, revere: ο σεβασμός είναι «φόβος-σέβας».
minitorminitor, minitātus sum, minitāriαπειλώminitor → menace: η απειλή.
oriororior, ortus sum, orīriανατέλλω; γεννιέμαι, εμφανίζομαιorior → origin, orient: η Ανατολή είναι η «ανατέλλουσα».
adhortoradhortor, adhortātus sum, adhortāriπροτρέπωadhortor = ad + hortor → exhort, hortatory: ο «προτρέπων».
admīroradmīror, admīrātus sum, admīrāriθαυμάζωadmiror → admire, admiration: ο θαυμασμός.
audeoaudeo, ausus sum, audēreτολμώaudeo → audacious· «Sapere aude!» = «τόλμα να σκεφτείς».
gaudeogaudeo, gavīsus sum, gaudēreχαίρομαι«Gaudeamus igitur» = «ας χαρούμε λοιπόν»: ο ύμνος των φοιτητών.
conloquorconloquor, conlocūtus sum, conloquiσυζητώ, κουβεντιάζωconloquor = con + loquor → colloquy, colloquial (καθομιλουμένη).
conorconor, conātus sum, conāriπροσπαθώconatus sum = προσπάθησα: μετοχή με ενεργητικό νόημα.
experiorexperior, expertus sum, experīriδοκιμάζωexperior → experience, expert, experiment: ο «δοκιμασμένος».
gloriorglorior, gloriātus sum, gloriāriκαυχιέμαιglorior → glory, glorify: η «δόξα» (gloria).
ingredioringredior, ingressus sum, ingrediμπαίνω μέσα, εισέρχομαι, εισβάλλωingredior → ingredient (αυτό που «μπαίνει» στη συνταγή), ingress.
intueorintueor, intuitus sum, intuēriατενίζω, κοιτάζωintueor → intuition: η «ματιά» προς τα μέσα.
obsequorobsequor, obsecūtus sum, obsĕquiκάνω το χατίρι κάποιουobsequor → obsequious: ο δουλοπρεπής που «ακολουθεί» τα χατίρια.
osculorosculor, osculātus sum, osculāriφιλώosculor ← osculum, «το στοματάκι» = το φιλί.
populorpopulor, populātus sum, populāriλεηλατώpopulor ≠ populus (λαός)! Στο κείμενο 43: «Qui potuisti populari hanc terram».
revertorrevertor, reverti (reversus sum), revertiεπιστρέφωrevertor → revert, reversion: «γυρίζω πίσω».
venerorveneror, venerātus sum, venerāriπροσκυνώ, λατρεύωveneror → venerate, venerable (σεβαστός).
congrediorcongredior, congressus sum, congrĕdiσυγκρούομαι, μονομαχώcongredior → congress, κογκρέσο (επίσημος κατάλογος).

Κείμενα & λεξιλόγιο ΙΙ: μαθήματα 28-39

ΛέξηΤύποιΣημασίαΓαντζάκι
servusservus, servi αρσ.δούλοςservus → σερβιτόρος, σερβίρω (έτσι το θέλει ο κατάλογος). Και στα αγγλικά serve, service: ο δούλος «σέρβιρε».
fugitīvusfugitīvus, fugitīvi αρσ.δραπέτης, φυγάςΤους δραπέτες δούλους τους στίγματιζαν με τα γράμματα FUG = fugitīvus. Αγγλικά: fugitive.
custōdiacustōdia, custōdiae θηλ.φυλακήcustodia → κουστωδία: οι φρουροί που συνοδεύουν. Αγγλικά custody, δηλαδή η προσωρινή κράτηση.
investīgoinvestīgo, investīgāvi, investīgātum, investīgāreαναζητώ τα ίχνηin + vestigium (ίχνος): όποιος investigates ψάχνει τα ίχνη, σαν ντετέκτιβ.
dedūcodedūco, dedūxi, deductum, deducĕreοδηγώ, φέρνωde + duco: φέρνω κάτω, μαζί μου. Αγγλικά deduce, deduct (συμπεραίνω, αφαιρώ).
scelusscelus, sceleris ουδ.έγκλημα, ελεεινή πράξηscelus → γαλλικό scélérat = κακούργος, αχρείος.
tantustantus, tanta, tantumτόσοςΣυσχετικά ζεύγη: tantus… quantus, talis… qualis, tot… quot. Μάθε τα σαν ζευγάρια.
quantusquantus, quanta, quantumπόσος, πόσο μεγάλοςquantus → quantity, quantum: το «Quantum of Solace» του Τζέιμς Μποντ = «πόση παρηγοριά».
litteralittera, litterae θηλ.τα γράμματα, η λογοτεχνία; επιστολήlittera → letter, literal, literature, alliteration. Το γράμμα και η λογοτεχνία έχουν κοινή ρίζα.
dolordolor, dolōris αρσ.πόνος; οργήdolor → condolence («συλλυπητήρια»). Και το περίφημο Lorem ipsum βγαίνει από το dolorem ipsum.
spectospecto, spectāvi, spectātum, spectāreκοιτάζω, προσέχωspectare → spectator, spectacle (θέαμα), inspect, respect, prospect. Βλέπεις τον θεατή (spectator).
velvelή (vel... vel = ή... ή)vel… vel… = είτε… είτε. Το σύμβολο ∨ της λογικής (OR) ξεκίνησε από το vel.
emoemo, ēmi, emptum, emĕreαγοράζωemo = αγοράζω. Caveat emptor: «ο αγοραστής ας προσέχει».
doceodoceo, docui, doctum, docēreδιδάσκω; υποδεικνύωdoceo → ντοκουμέντο (επίσημος κατάλογος), doctor, doctrine. Ο doctor είναι ο δάσκαλος.
corvuscorvus, corvi αρσ.κόρακαςcorvus ≃ κόραξ, κοράκι: ίδια ετυμολογία. Στα αγγλικά το corvid είναι η οικογένεια των κορακιών.
salutatiosalutatio, salutatiōnis θηλ.χαιρετισμόςsaluto < salus (υγεία): ο χαιρετισμός ήταν ευχή υγείας. Και το γαλλικό salut.
satissatisαρκετάsatis = αρκετά → satisfy («κάνω αρκετό»), saturate.
sutorsutor, sutōris αρσ.παπουτσήςsutor < suo (ράβω). Ο κατάλογος το συνδέει με το κοστούμι (έτσι το θέλει ο κατάλογος). Ne sutor supra crepidam: ο τσαγκάρης στα παπούτσια του.
sestertiussestertius, sestertii αρσ.ο σηστέρτιος (νόμισμα)Ο sestertius ήταν νόμισμα, αρχικά ασημένιο: από το semis + tertius = «δύο και μισό» (άσσαρια).
tandemtandemεπιτέλους, στο τέλος, κάποτεtandem = «επιτέλους». Το ποδήλατο tandem ήρθε από λογοπαίγνιο: «το ένα πίσω από το άλλο, σε μήκος».
interestinterest, interfuit, interesse(με) ενδιαφέρειinter + est = «είναι ανάμεσα», άρα «έχει σημασία». Αγγλικά interest = ενδιαφέρον.
impendoimpendo, impendi, impensum, impendĕreξοδεύωin + pendo («ζυγίζω, πληρώνω»): ξοδεύω. Από το ίδιο pendo: expend, pension. Operam impendo = κοπιάζω μάταια.
quotiescumquequotiescumqueοποτεδήποτεquoties = πόσες φορές; + -cumque = όσες φορές κι αν. Όπως το quicumque.
discodisco, didici, —, discĕreμαθαίνωdisco → disciple (μαθητής) και discipline.
victorvictor, victōris αρσ.νικητήςvictor ← vinco. Βίκτωρ, Βικτωρία: κύρια ονόματα από τον κατάλογο. Η Νίκη στα λατινικά είναι η Victoria.
vigintivigintiείκοσιviginti ≃ είκοσι. Και το δικό μας Carpe το 20!
nullusnullus, nulla, nullumκανείς, καμιά, κανέναnullus = ne + ullus, «ούτε ένας». Αγγλικά null, nullify, annul.
talistalis, taleτέτοιος, τέτοιου είδουςtalis… qualis: τέτοιος… όποιος. Ζεύγος των Πανελλαδικών: tale → talia.
millemilleχίλιοιmille passuum = «χίλια βήματα» → μίλι. Και million, millennium.
operaopera, operae θηλ.εργασία, κόπος; operā (+ γεν) με τη βοήθεια κάποιου, χάρη σεopera (εργασία, κόπος) → όπερα, οπερέτα: το «έργο» (opus) που έγινε μουσική.
avisavis, avis θηλ.πουλίavis → aviation, aviator, aviary: το αεροπλάνο πετάει σαν avis.
cupiduscupidus, cupida, cupidumαυτός που επιθυμείcupidus ← cupio (επιθυμώ). Και ο Cupido, ο θεός της επιθυμίας.
adiumentumadiumentum, adiumenti ουδ.βοήθειαadiumentum < iuvo (βοηθώ). Από την ίδια οικογένεια το adjutant, ο βοηθός αξιωματικού.
solaciumsolacium, solacii ουδ.παρηγοριάsolacium → solace. Το «Quantum of Solace» του Μποντ = «ποσότητα παρηγοριάς».
gratulatiogratulatio, gratulatiōnis θηλ.έκφραση συγχαρητηρίωνgratulatio < gratus (ευχάριστος): congratulations! Συγχαρητήρια.
luxurialuxuria, luxuriae θηλ.τρυφή, πολυτέλειαluxuria (πολυτέλεια) → λούσο, «λουσάτος» (ιταλικό lusso). Ο κατάλογος μάθ. 30 το θέλει ζεύγος.
continentercontinenterμε εγκράτειαcontinenter < contineo («κρατώ μαζί»): η εγκράτεια. Και continent = η συνεχής ξηρά.
accusātoraccusātor, accusātōris αρσ.κατήγοροςaccusator < accuso (κατηγορώ). Από το ίδιο ρήμα και η accusativus: η πτώση της αιτιατικής.
flagitiumflagitium, flagitii ουδ.όνειδος, ντροπήflagitium είναι το αντίθετο της τιμής (honos). Στο κείμενο πάει ζευγάρι: flagitium ac dedecus, «όνειδος και ντροπή».
stipendiumstipendium, stipendii ουδ.μισθόςstipendium → stipend (μισθός, υποτροφία). Stipendia mereo = υπηρετώ στο στρατό.
mereomereo, merui, meritum, merēreαξίζω; (stipendia) mereo υπηρετώ στο στρατόmereo = «παίρνω το μερίδιό μου»: συγγενές με το μέρος. Αγγλικά merit.
laudolaudo, laudāvi, laudātum, laudāreεπαινώlaudare → laud, laudable. Και το Laudato si' = «δοξασμένος να είσαι». Ρίζα: laus (έπαινος).
edīcoedīco, edixi, edictum, edicĕreδιατάζω ναe + dico: «βγάζω λόγο», διατάζω. Αγγλικά edict = διάταγμα.
abstineoabstineo, abstinui, abstentum, abstinēreαπέχω απόabs + teneo (κρατώ μακριά): abstain, abstinence.
lacessolacesso, lacessīvi, lacessītum, lacessĕreπροκαλώ κάποιον σεΟ Μάνλιος γιος «προκλήθηκε» σε μονομαχία: proelio lacessītus est.
antecelloantecello, antecellĕreξεπερνώ κάποιον σε κάτιante + cello (υπερέχω): προηγούμαι σε υπεροχή. Το excellens, «εξαιρετικός», είναι της ίδιας οικογένειας.
transfīgotransfīgo, transfīxi, transfīxum, transfigĕreδιαπερνώ, καρφώνωtrans + figo (καρφώνω): transfix, «καρφώνω». Στα αγγλικά: transfixed with fear.
spoliospolio, spoliāvi, spoliātum, spoliāreαπογυμνώνω, σκυλεύωspolio < spolium (λάφυρο): spoil, spoils of war.
multomulto, multāvi, multātum, multāreτιμωρώmulta = πρόστιμο, ποινή → multo = τιμωρώ. Αγγλικά mulct.
fugofugo, fugāvi, fugātum, fugāreτρέπω σε φυγήfugo < fuga: «κάνω κάποιον να φύγει». Αγγλικά fugue.
pugnopugno, pugnāvi, pugnātum, pugnāreμάχομαι, πολεμώpugno < pugna → η μπουνιά (επίσημος κατάλογος). Και pugnus = η γροθιά.
natusnatus, nata, natumκαταγόμενοςnatus ← nascor (γεννιέμαι): native, nation, nature.
petopeto, petīvi, petītum, petĕreορμώ; ζητώpetere → petition, compete, appetite, centripetal (κεντρομόλος).
eventuseventus, eventūs αρσ.έκβασηeventus < evenio (e + venio, «βγαίνω»): η έκβαση. Αγγλικά event, eventually.
iniussuiniussuπαρά τη διαταγή (κάποιου)iniussū = «χωρίς εντολή»: in + iussu. Το αντίθετο: iussū consulis, με εντολή του ύπατου.
exemplumexemplum, exempli ουδ.παράδειγμαexemplum → example, exemplary. Και το e.g. = exempli gratia, «για παράδειγμα».
vetustasvetustas, vetustātis θηλ.αρχαιότηταvetustas (αρχαιότητα) → βετεράνος, από το vetus, «παλιός». Ο βετεράνος είναι ο παλιός στη δουλειά.
imāgoimāgo, imāginis θηλ.εικόναimago → image, imagine, imagination: η εικόνα που δημιουργεί φαντασία.
expetoexpeto, expetīvi, expetītum, expetĕreεπιδιώκωex + peto: «ζητώ επίμονα». Από το peto: compete, petition, appetite.
dimicatiodimicatio, dimicatiōnis θηλ.αγώναςdimicatio < dimico: ο αγώνας σώμα με σώμα.
conformoconformo, conformāvi, conformātum, conformāreδιαμορφώνω, διαπλάθωconformo (διαμορφώνω) → κονφορμισμός· με το forma, φορμαλισμός. Conform = παίρνω τη μορφή των άλλων.
sicsicέτσιsic = έτσι. Το [sic] μέσα σε παράθεση λέει: «έτσι ακριβώς γράφτηκε».
ducoduco, duxi, ductum, ducĕreοδηγώ; θεωρώ; εκτιμώ, υπολογίζωducere (οδηγώ) → educate (e + ducere, «βγάζω έξω»), conduct, produce, duke. Ο Duce ήταν ο «αρχηγός».
sempersemperπάντοτεsemper → sempiternus (αιώνιος). Και το Semper fidelis, μότο των Αμερικανών Marines.
nisinisiαν δενnisi = ni + si, «αν όχι».
sapienssapiens, sapientisσοφόςsapiens → Homo sapiens, «ο σοφός άνθρωπος». Sapientia = σοφία.
accēdoaccēdo, accessi, accessum, accedĕreπλησιάζω; προστίθεμαι, συνοδεύω; συμβαίνωad + cedo, «πηγαίνω προς»: αγγλικά accede, access, accession.
vestervester, vestra, vestrumδικός σαςvester, vestra, vestrum: ο δικός σας. Αντίστοιχο του noster. Pro salūte vestrā = για τη σωτηρία σας.
excitoexcito, excitāvi, excitātum, excitāre(ξε)σηκώνω; αποκαθιστώex + cito: «ξεσηκώνω». Αγγλικά excite, incite.
constituoconstituo, constitui, constitūtum, constituĕreαναδιοργανώνω; αποφασίζωconstituo → constitution (το σύνταγμα), constitute, institute.
comprimocomprimo, compressi, compressum, comprimĕreπεριορίζω, χαλιναγωγώcom + premo (πιέζω): compress, compression. Comprimendae libidines = να χαλιναγωγηθούν τα πάθη.
propāgopropāgo, propāgāvi, propāgātum, propāgāreαφήνω απογόνους, διαιωνίζω το είδοςpropago: de propaganda fide = «για τη διάδοση της πίστης» → προπαγάνδα (επίσημος κατάλογος).
subolessuboles, subolis θηλ.οι απόγονοιsuboles: οι απόγονοι, ο «νέος βλαστός» μιας οικογένειας.
vinciovincio, vinxi, vinctum, vincīreδένω, στερεώνωvincio → vinculum, «δεσμός». Στο κείμενο οι αυστηροί νόμοι στερεώνουν (δένουν) την πολιτεία.
subveniosubvenio, subvēni, subventum, subvenīreβοηθώsub + venio: «έρχομαι από κάτω, βοηθώ». Αγγλικά subvention = κρατική επιδότηση.
medeormedeor, medēriγιατρεύωmedeor ~ μήδομαι («φροντίζω»): ίδια ρίζα. Από εδώ και τα medicine, medic.
sanosano, sanāvi, sanātum, sanāreθεραπεύωsano → σανατόριο (επίσημος κατάλογος) και sane, sanity: ο υγιής νους.
civīliscivīlis, civīleεμφύλιοςcivilis → civil, civilization (civis = πολίτης). Bellum civile = πόλεμος μεταξύ πολιτών.
vitovito, vitāvi, vitātum, vitāreαποφεύγωvito = αποφεύγω. Inevitable = αυτό που δεν αποφεύγεται.
fidesfides, fidei θηλ.πίστη; εμπιστοσύνη; εμπορική πίστηbona fide = «με καλή πίστη». Και ο σκύλος Fido, από το fidus = πιστός.
unusunus, una, unumένας; μόνοςunus → unit, unite, union, unicorn (unus + cornu = μονόκερως).
praesidiumpraesidium, praesidii ουδ.φρουρά; στήριγμαpraesidium < prae + sedeo: αυτός που «κάθεται μπροστά» φυλάει. Από εκεί και ο president, ο πρόεδρος.
quarequareεπομένωςquare = qua re, «για ποιο λόγο;», άρα «γι' αυτό», επομένως.
uterqueuterque, utraque, utrumqueκαι ο ένας και ο άλλος, ἑκάτεροςuterque = uter + que: και ο ένας και ο άλλος. Στο κείμενο: uterque dux = ο Καίσαρας και ο Πομπήιος.
praedopraedo, praedōnis αρσ.ληστήςpraedo < praeda (λεία): ο ληστής ζει από τη λεία. Αγγλικά predator, ο αρπακτικός.
domesticidomestici, domesticōrum αρσ.οι δούλοι του σπιτιούdomestici < domus (σπίτι): οι δούλοι του σπιτιού. Αγγλικά domestic = οικιακός.
conlococonloco, conlocāvi, conlocātum, conlocāreεγκαθιστώcon + loco (τοποθετώ): εγκαθιστώ. Αγγλικά collocate. Παράλληλος τύπος: colloco.
reseroresero, reserāvi, reserātum, reserāreανοίγωsera = ο μοχλός της πόρτας: resero = βγάζω τον μοχλό, ανοίγω.
intromittointromitto, intromīsi, intromissum, intromittĕreβάζω μέσαintro + mitto: «στέλνω μέσα». Από το mitto: mission, missile, admit.
consecroconsecro, consecrāvi, consecrātum, consecrāreαφιερώνω, προσφέρωcon + sacro < sacer (ιερός): αφιερώνω στους θεούς. Αγγλικά consecrate.
clarusclarus, clara, clarumκαθαρός, δυνατός (για φωνή); ένδοξοςclarus (καθαρός, δυνατός, ένδοξος) → clear, clarity. Clarā voce = με δυνατή, καθαρή φωνή.
forteforteτυχαία; ίσωςforte → fortuna → φουρτούνα (επίσημος κατάλογος): η τύχη που φέρνει καταιγίδα.
tamquamtamquamόπως, ως; (σύνδ. παραβ.)tam + quam = «τόσο όσο»: σαν. Tamquam sanctum templum = σαν ιερό ναό.
sanctussanctus, sancta, sanctumιερόςsanctus → saint, sanctuary, sanction. San Francisco = Sanctus Franciscus, «άγιος Φραγκίσκος».
sequestersequester, sequestris αρσ.μεσολαβητήςsequester < sequor (ακολουθώ): ο μεσολαβητής «ακολουθεί» και τα δύο μέρη. Αγγλικά sequester.
aesaes, aeris ουδ.χαλκός, μπρούντζος; χρήματαaes = χαλκός → χρήματα. Aes alienum = «ξένος χαλκός», δηλαδή χρέος!
tribūtumtribūtum, tribūti ουδ.φόρος, εισφοράtributum ← tribuo (μοιράζω): tribute, contribute, attribute.
mercenariusmercenarius, mercenarii αρσ.μισθωτός εργάτηςmercenarius < merces (μισθός): αγγλικά mercenary. Ο κατάλογος: μερκαντιλισμός.
dosdos, dotis θηλ.προίκαdos ~ δίδωμι: η προίκα «δίνεται». Από την ίδια ρίζα η προδοσία (Β2 2026).
rusrus, ruris ουδ.αγρόςrus → rural, rustic, ρουστίκ. Ο αγρός της εξοχής.
publicuspublicus, publica, publicumδημόσιοςpublicus ← populus (ο λαός): public, publish, republic και το pub (< public house).
publicepubliceδημόσια; με τη φροντίδα του κράτουςpublice = δημόσια, με τη φροντίδα του κράτους. Συγγενές με το pub (public house).
placetplacet, placuit, placēreαποφασίζω; κρίνωplacet → placebo, το πλασέμπο: «θα αρέσω». Στον κατάλογο το βρίσκεις στο μάθ. 50.
quiaquiaεπειδήquia, quod, quoniam: οι τρεις αιτιολογικοί. + οριστική = αντικειμενική αιτία.
quoniamquoniamεπειδήquoniam = «επειδή πια» (quom + iam).
fundofundo, fudi, fusum, fundĕreχύνω; τρέπω σε φυγήfundere (χύνω) → fuse, confuse, refund, fondue (= λιωμένο).
gratiagratia, gratiae θηλ.συμφιλίωση; χάρη, εύνοιαgratia → grace, gratitude, gratis. Ισπανικά gracias.
aerariumaerarium, aerarii ουδ.το δημόσιο ταμείοaerarium < aes (χαλκός, χρήμα): το ταμείο της πολιτείας.
deserodesero, deserui, desertum, deserĕreεγκαταλείπωdesero → deserter (λιποτάκτης), desert (έρημος = εγκαταλειμμένος τόπος).
meherculemeherculeμα τον Ηρακλή!mehercule = me + Hercule, «μα τον Ηρακλή!»: ο συνηθισμένος όρκος των Ρωμαίων.
frugalitasfrugalitas, frugalitātis θηλ.ολιγάρκειαfrugalitas → frugal, frugality: η ολιγάρκεια του Κούριου που είχε μπροστά του χρυσάφι και έτρωγε από ξύλινο πιάτο.
contemnocontemno, contempsi, contemptum, contemnĕreπεριφρονώcon + temno (περιφρονώ): contempt, contemptuous.
scamnumscamnum, scamni ουδ.σκαμνίscamnum ⩾ σκαμνί: το σκαμνί σου είναι λατινικό!
catilluscatillus, catilli αρσ.πιάτοcatillus = μικρό πιάτο: ο Κούριος έτρωγε από ξύλινο πιάτο, με χρυσάφι μπροστά του.
supervacaneussupervacaneus, supervacanea, supervacaneumπεριττός, ανώφελοςsupervacaneus < super + vacare: αυτό που «περισσεύει» και είναι κενό.
locupleslocuples, locuplētisπλούσιοςlocuples = locus + plenus: ο «γεμάτος γη», δηλαδή ο πλούσιος κτηματίας.
corrumpocorrumpo, corrūpi, corruptum, corrumpĕreδιαφθείρωcom + rumpo (σπάζω): corrupt, corruption: ό,τι «σπάει» ολοκληρωτικά.
divitiaedivitiae, divitiārum θηλ.πλούτηdivitiae: «αγαθά-προσφορά των θεών» (divus, δῖος): τα πλούτη θεωρούνταν δώρο των θεών.
nēnēμήπως; να μη; για να μηnē (τελικός): για να μη. Παρενθετικά: nē dicam = «για να μην πω».
paupertaspaupertas, paupertātis θηλ.φτώχειαpauper = «που παράγει λίγα»: paucus, παῦρος. Αγγλικά pauper, poverty.
cenoceno, cenāvi, cenātum, cenāreδειπνώ, γευματίζωcena = το δείπνο. Το cenaculum: το υπερώο του Μυστικού Δείπνου.
focusfocus, foci αρσ.εστία, φωτιάfocus = εστία, τζάκι! Το «κέντρο της προσοχής» ήταν κάποτε η φωτιά του σπιτιού: focus, foyer.
ineptusineptus, inepta, ineptumάκαιρος, ανόητοςineptus = in + aptus: ακατάλληλος, άκαιρος. Αγγλικά inept.
ligneusligneus, lignea, ligneumξύλινοςlignum = ξύλο: ο λιγνίτης είναι το «ξυλώδες» κάρβουνο.
ponduspondus, ponderis ουδ.βάροςpondus → pound, ponder, preponderant: ό,τι ζυγίζεις.
praebeopraebeo, praebui, praebitum, praebēreπαρέχω, προσφέρωprae + habeo («κρατώ μπροστά»): προσφέρω.
protinusprotinusαμέσωςprotinus = pro + tenus: «προς τα εμπρός χωρίς διακοπή», άρα αμέσως.
risusrisus, risūs αρσ.γέλιοrisus < rideo (γελώ): ridiculous = γελοίος, risible.
solvosolvo, solvi, solūtum, solvĕreλύνω, χαλαρώνωsolvere (λύνω) → solve, solution, dissolve, absolve. Ο κατάλογος: σβέλτος.
assideoassideo, assēdi, assessum, assidēreκάθομαι (δίπλα)ad + sedeo: κάθομαι δίπλα. Assiduous = ο επίμονος που «κάθεται» πάνω στη δουλειά.
furorfuror, furōris αρσ.μανίαfuror → furious. Ο κατάλογος: φουριόζος, η φούρια (η πιεστική βιασύνη).
invādoinvādo, invāsi, invāsum, invadĕreεισχωρώ, καταλαμβάνω, πιάνωin + vado (προχωρώ): invade, invasion.
concordiaconcordia, concordiae θηλ.ομόνοιαcon + cor (καρδιά): ομόνοια = «μία καρδιά». Concord, Concorde.
feroxferox, ferōcisάγριοςferox ~ ferus (άγριος): ferocious.
impotensimpotens, impotentisανίκανος να κυριαρχηθεί, αχαλίνωτοςin + potens (ισχυρός): impotent, αυτός που δεν κυριαρχεί στον εαυτό του.
cogocogo, coēgi, coactum, cogĕreεξαναγκάζω; συγκαλώco + ago («σπρώχνω μαζί»): εξαναγκάζω. Αγγλικά cogent.
locuslocus, loci αρσ.τόπος; σημείοlocus → local, location, lieutenant (lieu + tenant = «αυτός που κρατά τη θέση»).
pariopario, pepĕri, partum, parĕreγεννώ; κερδίζωpario (γεννώ, κερδίζω) → parent, ο γονιός. Victoria parta: νίκη που «γεννήθηκε» με κόπο.
etiamsietiamsiακόμη κι ανetiam + si = «ακόμη κι αν».
omenomen, ominis ουδ.οιωνόςomen → ominous (δυσοίωνος): ο οιωνός που δεν ήθελες να ακούσεις.
sacellumsacellum, sacelli ουδ.μικρό ιερό, μικρό τέμενοςsacellum = «μικρό ιερό» (sacrum + υποκοριστικό).
persedeopersedeo, persēdi, persessum, persedēreκάθομαι για πολλή ώραper + sedeo: κάθομαι ώρες, ξενυχτώντας. Από το sedeo και τα session, sedentary.
materteramatertera, materterae θηλ.θεία (από τη μητέρα)matertera ≃ mater (μήτηρ): η θεία από τη μητέρα. Η θεία από τον πατέρα λεγόταν amita.
cedocedo, cessi, cessum, cedĕreπαραχωρώcedere («πηγαίνω, υποχωρώ») → proceed, process, success, exceed, concede, access.
confirmoconfirmo, confirmāvi, confirmātum, confirmāreεπιβεβαιώνωcon + firmo (< firmus): στερεώνω, επιβεβαιώνω. Ζεύγος του 2024: φίρμα – confirmaverunt.
matrimoniummatrimonium, matrimonii ουδ.γάμοςmatrimonium < mater: ο γάμος ως «ιδιότητα της μητέρας». Αγγλικά matrimony.
mosmos, moris αρσ.συνήθεια, έθιμο; mores = ήθη, θεσμοίO tempora, o mores! mos, moris → moral. Ο κατάλογος: αμοραλισμός.
sororsoror, sorōris θηλ.αδελφήsoror → sorority: σύλλογος «αδελφών» φοιτητριών.
congruenscongruens, congruentisσύμφωνοςcongruens: οι «ίσες» (congruent) γωνίες και τρίγωνα της γεωμετρίας ταιριάζουν η μία με την άλλη.
moramora, morae θηλ.χρονοτριβή, καθυστέρησηmora (καθυστέρηση) → μορατόριουμ, η αναστολή. Επίσημος κατάλογος μάθ. 38.
paulisperpaulisperγια λίγοpaulum + per: για λίγη ώρα. Το Paulus σημαίνει «μικρός» (Πάβλος, Pablo).
priscuspriscus, prisca, priscumαρχαίοςpriscus = αρχαίος. Από εκεί και το pristine, το «πρωταρχικό, παρθένο».
propositumpropositum, propositi ουδ.σκοπόςpropositum < propono: ό,τι βάζεις μπροστά σου ως στόχο. Αγγλικά purpose, proposal.
sedessedes, sedis θηλ.κάθισμαsedes < sedeo: το κάθισμα. Η Holy See είναι η «Αγία Έδρα».
nuptiālisnuptiālis, nuptiāleγαμήλιοςnuptiae = γάμος → nuptial. Το nubo σημαίνει «καλύπτω»: η νύφη κάλυπτε το πρόσωπο.
expectoexpecto, expectāvi, expectātum, expectāreπεριμένωex + specto: κοιτάζω προς τα έξω, περιμένω. Αγγλικά expect.
praecepspraeceps, praecipitisαυτός που πέφτει με το κεφάλιprae + caput = «με το κεφάλι μπροστά»: precipice, precipitate.
eburebur, eboris ουδ.ελεφαντόδοντοebur (ελεφαντόδοντο) → ivory: μέσω των γαλλικών (ivoire).
simulacrumsimulacrum, simulacri ουδ.ομοίωμα, εικόνα, άγαλμαsimulacrum < simul / similis: το ομοίωμα. Αγγλικά simulate, simulacrum.
explicoexplico, explicāvi, explicātum, explicāreαναπτύσσω, εκφράζωex + plico (διπλώνω): ξεδιπλώνω. Αγγλικά explain, explicit.
memorabilismemorabilis, memorabileαξιομνημόνευτοςmemoria → memorable, memorabilia: ό,τι αξίζει να το θυμάσαι.
integerinteger, integra, integrumυγιής, αρτιμελήςin + tang- (δεν ακουμπάω): ακέραιος. Αγγλικά integer, integrity.
debilisdebilis, debileαδύναμος, ανάπηροςdebilis → debility, debilitate: αποδυναμώνω.
imperītusimperītus, imperīta, imperītumάπειροςimperitus = in + peritus: άπειρος. Peritus ~ πείρα (Β2 2025: imperitos – πείρα).
malummalum, mali ουδ.τα δεινά, οι συμφορέςmalum → malady, malice, malevolent: το κακό.
marmormarmor, marmoris ουδ.μάρμαροmarmor ⩽ μάρμαρο: το λατινικό δανείστηκε τη λέξη από τα ελληνικά!
materiamateria, materiae θηλ.ύλη, υλικόmateria (ξύλο, ύλη) → μαδέρι (βενετσιάνικο madiero), ματεριαλισμός.
quicumquequicumque, quaecumque, quodcumqueοποιοσδήποτεquicumque = qui + cumque: οποιοσδήποτε. Αγγλικά whatever.
tantumtantumμόνοtantum = μόνο (ουδέτερο του tantus). Non … tantum … quoque = όχι μόνο … αλλά και.
quoquequoqueεπίσηςquoque = επίσης. Μπαίνει πάντα μετά τη λέξη που τονίζει: ex aere quoque.
si minussi minusαν όχιsi minus = si non: ελλειπτικά «αν όχι» στη δεύτερη υπόθεση. Εδώ: si poterit … si minus …

Κείμενα & λεξιλόγιο ΙΙΙ: μαθήματα 40-50

ΛέξηΤύποιΣημασίαΓαντζάκι
obviam eoobviam eoπηγαίνω αντίθετα με (+ δοτ.)ob viam = «στο δρόμο» → obvious: ό,τι βρίσκεται μπροστά σου, αυτό που δεν μπορείς να μην το δεις.
occupooccupo, occupāvi, occupātum, occupāreκαταλαμβάνωoccupo = ob + capio, «αρπάζω από μπροστά» → occupy, και οι Occupy διαδηλώσεις που «καταλαμβάνουν» πλατείες.
armatusarmātus, armāta, armātumοπλισμένοςarmatus → άρματα, αρματολός (επίσημο ζεύγος μαθ. 40): ο οπλισμένος αγωνιστής του '21.
circumsedeocircumsedeo, circumsēdi, circumsessum, circumsedēreπερικυκλώνωcircum + sedeo = «κάθομαι ολόγυρα» (πολιορκώ)· από το sedeo: sedentary, session.
infirmusinfirmus, infirma, infirmumαδύναμοςin + firmus: infirm. Το infirmary είναι το δωμάτιο των «αδύναμων».
conservoconservo, conservāvi, conservātum, conservāreσώζωconservo → κονσέρβα (επίσημο ζεύγος μαθ. 40): η κονσέρβα «σώζει» το φαγητό από το χαλασμό.
solussolus, sola, solumμόνοςsolus → σόλο (επίσημο ζεύγος)· soliloquy = solus + loqui, «μιλώ μόνος μου».
interrogointerrogo, interrogāvi, interrogātum, interrogāreρωτώ; ζητώ τη γνώμη κάποιουinter + rogo → interrogate: η ανάκριση είναι «ρωτάω ανάμεσα».
sententiasententia, sententiae θηλ.άποψη, κρίση; απόφασηsententia ← sentio: sentence (πρόταση ή ποινή) και sentiment.
licetlicetαν και; και ανlicet = «επιτρέπεται» → license, licit: «ας επιτραπεί να…, ωστόσο…».
antiquusantīquus, antīqua, antīquumαρχαίοςantiquus → η αντίκα (επίσημο ζεύγος μαθ. 41): ό,τι είναι «αρχαίο» στην αγορά του παλαιοπώλη.
dilucidedilūcideμε διαύγειαdi- + lux: «με φως, καθαρά» → lucid, elucidate.
obsoletusobsolētus, obsolēta, obsolētumαπαρχαιωμένος, ξεπερασμένος, σε αχρηστίαobsolete: η ίδια λέξη στα αγγλικά· το ξεπερασμένο κινητό είναι obsolete.
scopulusscopulus, scopuli αρσ.βράχοςscopulus: το Λατινικό δανείστηκε το ελληνικό σκόπελος, γι' αυτό ο «σκόπελος» είναι κι εμπόδιο.
insolensinsolens, insolentisασυνήθιστοςin + solens (μτχ. του soleo = συνηθίζω): «ασυνήθιστος» → insolent, αυτός που ξεφεύγει από τη συνήθεια.
inauditusinaudītus, inaudīta, inaudītumανήκουστος, πρωτάκουστοςin + auditus (audio): inaudible. «Ανήκουστη» λέξη = που δεν έχει ακουστεί ποτέ.
primusprimus, prima, primumπρώτοςprimus → prime, primitive, prima donna (η πρώτη κυρία της όπερας).
proinde quasiproinde quasiσαν ναproinde = «έτσι ακριβώς» + quasi: ο διπλός σύνδεσμος που θέλει υποτακτική.
quinquinγιατί δεν; (ερωτηματικό)· να (μετά από non dubito, εμπόδιο με άρνηση)quin = qui + ne («πώς όχι;»): «γιατί δεν…;» και, μετά από άρνηση, «να / ότι».
ergoergoεπομένωςCogito, ergo sum = «σκέφτομαι, άρα υπάρχω» (Ντεκάρτ): ergo = άρα.
taceotaceo, tacui, tacitum, tacēreσωπαίνωtacere → tacit (σιωπηρός), taciturn (λιγόλογος).
tantotantoτόσοquanto … tanto = «όσο … τόσο»: ζευγάρι που πάει πάντα μαζί, όπως το ελληνικό «όσο … τόσο».
immineoimmineo, —, —, imminēreπλησιάζω απειλητικά (+ δοτ.)immineo = «κρέμομαι από πάνω» → imminent: ό,τι είναι έτοιμο να πέσει στο κεφάλι σου.
coniuratioconiuratio, coniuratiōnis θηλ.συνωμοσίαconiuratio = con + iuro, «ορκίζονται μαζί» → conjure (επικαλούμαι) και jury, perjury.
animadvertoanimadverto, animadverti, animadversum, animadvertĕreπαρατηρώ; animadverto in aliquem = τιμωρώ κάποιονanimum + adverto, «στρέφω το μυαλό» → animadversion: έντονη παρατήρηση ή επίκριση.
crudeliscrudelis, crudeleσκληρόςcrudelis ← crudus (ωμός) → cruel, crude: η σκληρή πράξη είναι «ωμή».
crudelitercrudeliterμε σκληρότηταcrudeliter → cruelly: «ωμά, με σκληρότητα». Δες και το crudelis.
intendointendo, intendi, intentum, intendĕreκατευθύνομαιtendo (τεντώνω) → tend, tension, intend, extend, attend: «τεντώνω προς μια κατεύθυνση».
regierēgieτυραννικάregie ← rex: ο «ρήγας» της τράπουλας (επίσημο ζεύγος 2024: ρήγας – regie).
stultusstultus, stulta, stultumανόητοςstultus → stultify: κάνω κάποιον ηλίθιο. Ο stultus είναι ο ανόητος που δεν βλέπει τον κίνδυνο.
auctoritasauctoritas, auctoritātis θηλ.κύρος, επιρροήauctoritas ← auctor ← augeo (≃ αὐξάνω): author, authority, και η «αυθεντία».
quoquoόπουquo vadis = «πού πηγαίνεις;» (η ερώτηση προς τον Πέτρο). Εδώ το quo είναι «όπου».
infelixinfēlix, infēlīcisδυστυχισμένοςin + felix: το felix είναι ο ευτυχισμένος (Felix, Felicity). Το infelix είναι ο δυστυχής.
senectasenecta, senectae θηλ.τα γερατειάsenecta ← senex: senior, senile, senate (senatus = «συνέλευση γερόντων»).
liberilīberi, līberōrum αρσ.τα παιδιά («τέκνα»)liberi ← liber (ελεύθερος): τα «ελεύθερα» μέλη του οίκου. Liberty, liberal ← liber.
domusdomus, domūs θηλ.σπίτιdomus ≃ δόμος· domestic ↔ οικοδομή. Και το dome, ο «θόλος», από το ιταλικό duomo.
finisfinis, finis αρσ.τέλος; σύνοροfinis → φινάλε (επίσημο ζεύγος μαθ. 43), final, finish.
numnumμήπως; ανnum = «μήπως;» — περιμένει «όχι». Αν ρωτάς num, το «όχι» είναι προφανές.
atatαλλάat = «αλλά!»: η αντίθεση που αλλάζει τον τόνο, σαν το «μα» στην αρχή της φράσης.
contracontraαντίθεταcontra → contrary, contrast, counter-: το «αντίθετο» των αγγλικών.
quamvisquamvisαν και, παρόλο πουquamvis = quam + vis, «όσο θέλεις» → «όσο κι αν». Ο κανόνας του βιβλίου: υποτακτική, κυρίως μπροστά από επίθετο.
tyrannustyrannus, tyranni αρσ.τύραννοςtyrannus: ελληνική λέξη που πέρασε στα Λατινικά· ο T. Rex είναι ο «τύραννος-βασιλιάς» των δεινοσαύρων.
caritascaritas, caritātis θηλ.στοργήcaritas ← carus (αγαπητός) → charity, caress, και η Caritas.
fiduciafiducia, fiduciae θηλ.εμπιστοσύνη, αυτοπεποίθησηfiducia ← fido: confidence, confide, «εμπιστεύομαι κάποιον με όλη μου την καρδιά».
benevolentiabenevolentia, benevolentiae θηλ.εύνοια, ευμένεια, καλή θέλησηbene + volo, «θέλω καλά» → benevolent: αυτός που σου θέλει το καλό.
metuometuo, metui, metūtum, metuĕreφοβάμαιmetus (φόβος) → meticulous: ο σχολαστικός είναι «φοβισμένος» μην κάνει λάθος.
suspectussuspectus, suspecta, suspectumύποπτοςsuspectus = μτχ. του suspicio → suspect, suspicion: όποιος κοιτάζει «από κάτω» με καχυποψία.
simulatiosimulatio, simulatiōnis θηλ.προσποίηση, υποκρισίαsimulatio → simulation, simulator: το «κάνω πως». Με το dis-: dissimulo.
inopsinops, inopisαυτός που έχει έλλειψη από κάτι (+ γεν.)in + ops (πλούτος, δύναμη): inopia = έλλειψη, φτώχεια (μάθ. 50). Το copia έχει το ίδιο στοιχείο.
fidusfidus, fida, fidumπιστόςfidus → Fido, ο πιστός σκύλος· Semper Fi = semper fidelis. Το αντίθετο: infidus.
neuterneuter, neutra, neutrumούτε ο ένας ούτε ο άλλος (οὐδέτερος)neuter = ne + uter, «ούτε ο ένας»: neutral, neuter (ουδέτερο γένος).
ananαν, ήan = «ή» στις διμελείς ερωτήσεις: utrum … an. Αλλιώς, μετά από nescio, dubito: «αν».
quodsiquodsiαν όμωςquod + si = «κι αν» στην αρχή της περιόδου: ο σύνδεσμος που συνεχίζει με υπόθεση.
captivuscaptīvus, captīva, captīvumαιχμάλωτοςcaptivus ← captus (capio) → captive, capture: ο αιχμάλωτος είναι αυτός που τον «έπιασαν».
persuadeopersuadeo, persuāsi, persuāsum, persuadēreπείθωpersuadeo = per + suadeo (suavis ≃ ἡδύς): persuade, «γλυκά τον κάνω να…».
provideoprovideo, provīdi, provīsum, providēreπρονοώ, μεριμνώpro + video: «βλέπω μπροστά» → provide, providence. Και το prudent < providens.
intercipiointercipio, intercēpi, interceptum, intercipĕreαρπάζω κάτι πριν φθάσει στον προορισμό τουinter + capio → intercept: ό,τι αρπάζεις πριν φτάσει στον παραλήπτη.
adligoadligo, adligāvi, adligātum, adligāreδένω (σε κάτι)ad + ligo: δένω σε → ally, alliance (alligare: «δένομαι με»).
tragulatragula, tragulae θηλ.είδος ακοντίου (δεμένο με λουρί, με τη βοήθεια του οποίου το έριχναν)tragula ← traho: το «σερνόμενο» ακόντιο που ρίχνεται δεμένο σε λουρί.
amentumamentum, amenti ουδ.ιμάντας, λουρίamentum: ο ιμάντας που έστριβε το ακόντιο· εδώ δένει το γράμμα, σαν μήνυμα σε βέλος.
consiliumconsilium, consilii ουδ.σκέψη; σχέδιοconsilium → counsel, counsellor (ενώ το council < concilium!).
curocuro, curāvi, curātum, curāreφροντίζωcuro → η κούρα, κουράρω (επίσημο ζεύγος μαθ. 45)· sine cura → securus → σίγουρος.
conscriboconscrībo, conscripsi, conscriptum, conscribĕreγράφωcon + scribo → conscript (στρατολογημένος), patres conscripti.
moneomoneo, monui, monitum, monēreσυμβουλεύω, καθοδηγώmonere → monitor, monument, admonish, premonition: όλα «θυμίζω, προειδοποιώ».
celeriterceleriterγρήγοραceleriter → ο κέλητας (επίσημο ζεύγος): το γρήγορο άλογο. Και celerity στα αγγλικά.
mundusmundus, mundi αρσ.κόσμοςmundus → mundane (κοσμικός) και το Mundial: το Παγκόσμιο Κύπελλο στα ισπανικά.
numennumen, numinis ουδ.η βούληση της θεότητας, η θεότηταnumen ~ νεύω, νεύμα: το «νεύμα» του θεού (σχολικό βιβλίο). Και numinous, το θείο.
utilitasutilitas, utilitātis θηλ.ωφέλεια, το καλό, ευημερίαutilitas ← utilis ← utor: utility, utilities (οι λογαριασμοί): ό,τι «χρησιμοποιείς».
anteponoantepōno, anteposui, antepositum, anteponĕreπροκρίνω, βάζω κάτι πάνω από κάτι άλλοante + pono: «βάζω μπροστά» → το προτάσσω. Και anteposition στη γραμματική.
proditorproditor, proditōris αρσ.προδότηςproditor ← prodo ≃ προδίδω: pro + do ~ πρό + δίδωμι. Στα ελληνικά η λέξη είναι ίδια: «προδότης».
desertordesertor, desertōris αρσ.λιποτάκτηςdesero → deserter, desert: ο λιποτάκτης «εγκαταλείπει» τη θέση του και μένει έρημος.
decetdecet, decuit, decēreαρμόζειdecet → το ντεκόρ (επίσημο ζεύγος μαθ. 46): ό,τι «αρμόζει» στο χώρο.
unusquisqueunusquisque, unaquaeque, unumquidque (unumquodque)ο καθένας ξεχωριστάunus + quisque = «ένας ο καθένας»: κάθε άτομο χωριστά. Στο κείμενο: unum quemque nostrum.
canuscanus, cana, canumασπρομάλλης; άσπρες τρίχες (cani)canus = ασπρομάλλης (για τα μαλλιά). Οι cani είναι οι «άσπρες τρίχες» που ξερίζωνε η Ιουλία.
calvuscalvus, calva, calvumφαλακρόςcalvus = φαλακρός. Ο Καίσαρας ήταν calvus και, λέγεται, φορούσε με χαρά το δάφνινο στεφάνι.
deterreodeterreo, deterrui, deterritum, deterrēreαποθαρρύνωde + terreo → deter, terror, terrify: «τρομάζω ώστε να μην κάνει».
quominusquominusναquo + minus = «ώστε λιγότερο» → «να (μη)». Έχει μέσα του την άρνηση.
ornatrixornatrix, ornatrīcis θηλ.κομμώτριαornatrix ← orno (κοσμώ): ornament, adorn. Η κομμώτρια είναι αυτή που «στολίζει».
mendaciummendacium, mendacii ουδ.ψέμαmendacium → mendacious: ο ψεύτης είναι mendacious. Mendacium obiēcit: «πρόβαλε ψεύτικο επιχείρημα», δηλ. της καταλόγισε ψέμα.
tempustempus, temporis ουδ.χρόνοςtempus → το τέμπο (επίσημο ζεύγος μαθ. 47), temporal, tense. Tempus fugit = ο χρόνος φεύγει.
aliquotaliquotμερικοίaliquot = ali- + quot («κάποιοι, τόσοι»): μερικοί. Άκλιτο.
donecdonecμέχρις ότου, ωσότουdonec = «μέχρι να»: χρονικός σύνδεσμος. Εδώ με οριστική: donec induxit, «ώσπου έφερε».
supersuperπάνω από, πάνω σεsuper → supreme, superior, supermarket, soprano (< supra): όλα «από πάνω».
cervacerva, cervae θηλ.ελάφιcervus ~ κέρας (σχολικό βιβλίο: κέρ-ατο): το ζώο με τα κέρατα. Cerva = θηλυκό ελάφι.
albusalbus, alba, albumάσπροςalbus → το άλμπουμ (επίσημο ζεύγος μαθ. 48): οι Ρωμαίοι έγραφαν σε λευκή πλάκα (album).
instinguoinstinguo, instinxi, instinctum, instinguĕreπαρορμώ· κατευθύνωinstinctus → το ένστικτο (επίσημο ζεύγος): αυτό που σε «κεντρίζει» εσωτερικά.
praedicopraedĭco, praedĭcāvi, praedĭcātum, praedĭcāreδιακηρύσσωpraedicare → preach (κηρύττω) και predicate: ό,τι «δηλώνεις» για κάποιον.
emittoemitto, emīsi, emissum, emittĕreαφήνω ελεύθεροemitto = e + mitto: emit, emission, emissary: ό,τι «στέλνεις έξω».
uxoruxor, uxōris θηλ.σύζυγος (η)uxor → uxorious: ο υπερβολικά αφοσιωμένος στη γυναίκα του.
cultelluscultellus, cultelli αρσ.μαχαιράκι; ξυράφιcultellus (υποκορ. του culter) → cutlery: τα μαχαιροπήρουνα (μέσω γαλλικών).
tonsoriustonsorius, tonsoria, tonsoriumτου μανικιουρίστα (κουρέα)tonsorius ← tondeo: tonsure, tonsorial (κουρέας).
tonsortonsor, tonsōris αρσ.μανικιουρίστας (κουρέας)tonsor ← tondeo (κουρεύω): tonsure, tonsorial.
resecoreseco, resecui, resectum, resecāreκόβωre + seco: section, sector, dissect: όλα «κόβω».
obiurgoobiurgo, obiurgāvi, obiurgātum, obiurgāreμαλώνωobiurgo: μαλώνω· ad eam obiurgandam = γερουνδιακή έλξη (ζητήθηκε το 2026).
temerariustemerarius, temeraria, temerariumαλόγιστοςtemerarius → temerity: η απερίσκεπτη τόλμη.
vocovoco, vocāvi, vocātum, vocāreκαλώvocare → vocation, advocate, invoke, provoke, vocabulary: όλα «φωνάζω, καλώ».
amoramor, amōris αρσ.αγάπηamor → αμόρε, amateur (ο εραστής), amorous. Και Amanda = «αυτή που πρέπει να αγαπηθεί».
clamorclamor, clamōris αρσ.κραυγήclamare → exclaim, proclaim, claim, clamor, acclaim: όλα «φωνάζω».
ergaergaπροςerga (+ αιτιατική) δείχνει τη διάθεση προς κάποιον: amor erga te = «αγάπη προς εσένα».
indiciumindicium, indicii ουδ.απόδειξη, τεκμήριοindicium → indicate, index: ό,τι «δείχνει» κάτι.
officiumofficium, officii ουδ.καθήκον; δουλειά, τέχνηofficium → το οφίκιο (επίσημο ζεύγος μαθ. 49), office, official: η «υπηρεσία» που σου ανήκει.
poscoposco, poposci, poscĕreζητώposco: ζητώ επιτακτικά, απαιτώ. Poposci με επανάληψη (po-posci).
praeripiopraeripio, praeripui, praereptum, praeripĕreαρπάζωprae + rapio → rapt, rapture, rapid: «αρπάζω πριν από άλλον».
secretosecrētoκρυφά, ιδιαίτεραsecreto → secret, secretary: ο γραμματέας φυλάει τα μυστικά.
unguisunguis, unguis αρσ.νύχιunguis ~ ὄνυξ (συγγενείς λέξεις)· ungual = των νυχιών. Το νύχι είναι νύχι σε δύο γλώσσες.
velutvelutσαν να (velut si); δήθεν (velut forte); ωςvelut = vel + ut: «ακριβώς όπως». Υποθετικό με υποτακτική: velut si.
uteruter, utra, utrumποιος από τους δύοuter → neuter (ne + uter), uterque. Αν είναι δύο, ρωτάς uter· αν είναι πολλοί, quis.
ullusullus, ulla, ullumκανέναςullus ~ unus: μικρό του unus, «ένας και μόνο». Σε αρνητική πρόταση σημαίνει «κανένας».
dissensiodissensio, dissensiōnis θηλ.διαφωνίαdissensio ← dis + sentio → dissent, dissension: «νιώθω διαφορετικά».
inopiainopia, inopiae θηλ.έλλειψη; φτώχειαinopia = in + ops: το αντίθετο της copia (co + ops, «αφθονία»). Οι σχολικές σημειώσεις του 44: inopia, copia, opes.
avaritiaavaritia, avaritiae θηλ.απληστία, πλεονεξίαavaritia → avarice: η απληστία που δεν χορταίνει ποτέ.
malevolentiamalevolentia, malevolentiae θηλ.κακοβουλίαmale + volo ↔ bene + volo: malevolent και benevolent, ο κακοθελητής και ο καλοθελητής.
obtineoobtineo, obtinui, obtentum, obtinēreπετυχαίνωob + teneo → obtain: «κρατώ μέχρι να το πάρω».
malusmalus, mala, malumκακόςmalus → malice, malady, malign, και η malaria (ιταλ. mal'aria = «κακός αέρας»).
contendocontendo, contendi, contentum, contendĕreφιλονικώ, αντιδικώcontendo → contend, contention: οι αντίπαλοι «τεντώνονται» ο ένας απέναντι στον άλλον.
Παίξε με τις λέξεις στο Carpe